Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο, 19 Αυγούστου 2017

Στον Άγιο Αχίλλειο,στη μικρή Πρέσπα

  

  ...ένα αξέχαστο τρέξιμο 10 χλμ. προχτές στον Άγιο Αχίλλειο, το νησάκι της Μικρής Πρέσπας,με κατάληξη την ομώνυμη εκκλησιά του Άγιου Αχίλλειου,τη χωρίς σκεπή, ανοιχτή στ' άστρα, που μοιάζει γκρεμισμενο κάστρο....όπου,ιδρωμένος και με τεντωμένες κεραίες όπως πάντα όταν τρέχω έξω στη φύση,στάθηκα για λίγο στο μεσιανό "παράθυρο" της εκκλησιάς, κι είδα κι άκουσα κάμποσα που ψιθύριζαν οι χιλιόχρονοι πλίνθοι ολόγυρα,με τον παφλασμό τ' ανέμου...η εκκλησιά αυτή είναι  μια πανανθρώπινη εκκλησιά:ανοιχτή -δίχως σκεπή-από πάνω, στ' άστρα και το γαλαξία, δοξάζει τον ένα κι αληθινό θεό όλων: την Αρμονία και το Ρυθμό του Σύμπαντος...το θεό δηλαδή όλων, Χριστιανών, Μουσουλμάνων, Βουδιστών....
 Στον Άγιο Αχίλλειο 
στον Άγιο των άστρων 
στον Άγιο Αχίλλειο 
των γκρεμισμένων κάστρων 

στο μεσιανό "παράθυρο" 
άμα σταθείς δρομαίος 
στο μεσιανό "παράθυρο" 
κάθιδρος, ρωμαλέος, 

μπορεί να δεις τ' ανείδωτα 
και τη μεγάλη αλήθεια 
μπορεί να δεις τ' ανείδωτα 
τα αιώνια και τα κρύφια, 

πλίνθοι και μνήμη ολόγυρα  
κι ερείπια στο χώμα 
πλίνθοι και μνήμη ολόγυρα             
και τ' άχραντό σου σώμα         

πηλός κι αχός που θα γινεί 
σύντροφε κι αδερφέ μου 
πηλός κι αχός που θα γινεί 
στον παφλασμό του ανέμου 

περαστικός κι αθάνατος 
 στης γης το ραβαϊσι
περαστικός κι αθάνατος 
κάτω απ' το κυπαρίσσι. 
..................................... 

Στον Άγιο Αχίλλειο 
στον Άγιο των άστρων 
στον Άγιο Αχίλλειο 
των γκρεμισμένων κάστρων . 
ά. -  λεύτερη Πίνδος-Αύγουστος του 2017






         






























Παρασκευή, 4 Αυγούστου 2017

Ο φωτογράφος στη λίμνη στα Γιάννενα

 (...Παμβώτις...η φωτογραφία, απ' το  blog photoioannina...)

Σύννεφα πάνω από τη λίμνη
-γαλάζιο πάνω τους και κάτω- 
κι ο φωτογράφος το χαμίνι,
αφρόγαλο τα  'χει στο πιάτο...

Το μάτι  πίνει, ξεδιψάει , 
αδειάζει του ουρανού το θόλο, 
μεθάει, ευφραίνεται, ρουφάει 
το Σύμπαν, άσπρο πάτο, όλο... 

Αγνή κι απέραντη λευκότης...! 
Χαρά σ' αυτόν που 'ναι από γέννα 
ονειρευτής κι ονειροπότης, 
την Ομορφιά συνέχεια μ' ένα 

διάφραγμα να κυνηγάει. 
Ο φωτογράφος το χαμίνι,
στέμμα τα πάλλευκα φοράει
σύννεφα πάνω από τη λίμνη. 

ά. - λεύτερη Πίνδος


Τρίτη, 1 Αυγούστου 2017

Μια όμορφη ελληνικά...



....η φωτογραφία, τυχαία απ' το διαδίκτυο....μια κοπέλα, όμορφη με τρόπο ελληνικό (το χρώμα των μαλλιών με τους ..αχνούς βόστρυχους στην άκρη τους,η κατατομή-σε άλλη φωτογραφία της ίδιας κοπέλας όπου φαινόταν και το πρόσωπο- ), αλλά και με τρόπο βουνίσιο (λιγνή κι αγέρωχη στο στήσιμο σαν δωρική κολώνα) , στέκει σε τόπο ορεινό στο ύψος των βουνών,ελπίδα και φως στο σκοτάδι της εποχής και στη μούχλα του τοξικού αστικού περιβάλλοντος των πόλεων...η σωτηρία όπως και να 'χει, θά 'ρθει απ' τα βουνά, και θα 'χει τη "μορφή" μιας κοπέλας σαν κι αυτής στη φωτογραφία .....

Μια όμορφη ελληνικά 
μια όμορφη βουνίσια,
βλέπει τον κάμπο χαμηλά 
και τις κορφούλες ίσια. 

Άσπρο έχει παντελόνι 
φανελλάκι ουρανί, 
ο Νοτιάς την καμαρώνει 
και της γνέφουν οι ουρανοί.

Μια όμορφη Ελληνικά 
μια όμορφη βουνίσια, 
τις  νύχτες, σε βαθιά νερά
λούζεται, ποταμίσια

Στη Μουργκάνα ξημερώνει 
στα Πιέρια ίπταται 
στον Ταϋγετο νυχτώνει 
στ' άστρα αναλήπτεται. 
ά.

Δευτέρα, 31 Ιουλίου 2017

Στα Τζουμέρκα η γουρούνα



...ντάλα μεσημερι Κυριακής τ' Αλωνάρη, η γουρούνα διαβαίνει στη δημοσιά του χωριού στα 1100 μετρα ψηλά, ετοιμη ν' απογειωθεί ,θαρρείς,για τ' απέναντι Τζουμερκιώτικα αγριοβούνια...η γουρούνα μαρσάρει, ο δρόμος γιομίζει μυρουδιά μπεντζίνας, που σμίγει με τη μυρουδιά απ' το ρακί που αναδύεται απ' τα 2 παρακείμενα μαγαζιά της πλατείας,ο θόρυβος του μαρσαρίσματος ξυπνάει τους αποθαμένους στο  κοιμητήριο της Αγια-Παρασκευής δίπλα στα 50 μέτρα, οι αποθαμένοι πάνε για μια κολτσίνα στο μαγαζί του Δήμου...η Κυριακή λιγοθυμάει απ' την ανάκατη μυρουδιά μπεντζίνας και τσίπουρου....ή μεσημβρινή ραστώνη ψηλά στα 1100 μέτρα....
Μεσημεράκι τρεις παρά
μες του χωριού τη δημοσιά
διαβαίνει -ω!να!- η γουρούνα
να ζώσει ποταμούς βουνά
Άραχθο Αώο Τσαμαντά
Τζουμέρκα και Μελούνα. 

Ψηλά στη γέρικη σκαμνιά 
κάμπιες τζιτζίκια και πουλιά  
και μέρμηγκες μιλιούνια 
 κουνούν μαντήλι στο κλαδί
και τραγουδούν "ώρα καλή",
κι αγνάντι τ' αγριοβούνια 

διάπλατη ανοίγουν αγκαλιά 
καμπάνες κρούουν και κυπριά 
και κοπαδιών κουδούνια. 
Μεσημεράκι τρεις παρά 
μες του χωριού τη δημοσιά 
διαβαίνει η γουρούνα.  
 .......................................
 Λιγοθυμάει η Κυριακή,
μπεντζίνα, ασπάλαθοι, ρακί 
στο μαγαζί κλαρίνα, 
κι απ' την Αγια-Παρασκευή  
οι αποθαμένοι πάν' γραμμή 
στο Δήμο για κολτσίνα.

ά.- 30 Αλωνάρη του 2017

Κυριακή, 30 Ιουλίου 2017

Μίκης θεόθεν ! -ακροστοιχίδα


 ....ακροστοιχίδα :Μίκης θεόθεν...μπήκε χτες στα 93 του...
Μ-ετά από αιώνες που όλα θα 'χουν γίνει
Ι-ζημα κι αστερόσκονη στη Γη,
Κ-άπου μακριά στου Σύμπαντος τη δίνη
Η μουσική του Μίκη   θ' αντηχεί
Σ-των άστρων τη βαθύτατη γαλήνη. 

Θ-α  στέκει ορθός στο πόντιουμ του Βέγα
Ε-ν τοις  γλαυκοίς αιθέριοις ουρανοίς
Ο Μίκης με το μπόι του το μέγα
Θ-εός  κι ήλιος κι αιώνιος αυλητής
Έ-φηβα ουρί στην Αρμονία ταμένα
Ν-α γονιμοποιεί μεσουρανίς! 

ά. -29 Αλωνάρη του 93 μ.Μ (μετά Μίκη) 

Σάββατο, 29 Ιουλίου 2017

Ο μικρός Μάριος στην αυλή του, στα Γιάννενα,το '68

Κάθισε ο Μάριος στη σκιά 
μικρό παιδί στα οχτώ στα εννιά, 
ήλιος στον ήλιο,
τα ποδαράκια σταυρωτά 
τα μάτια αφώλιαγα πουλιά 
κάτω απ' το τίλιο.

Μάρι(γ)έ μου κανακάρη, 
ποια γυναίκα θα σε πάρει.... 
 

Κι όσο τ' αγέρι τ' απαλό,  
το τσουλουφάκι το ξανθό 
στο πλάι να κάνει,  
εδιάβηκε η μισή ζωή 
στη λιόφωτη δροσάτη αυλή  

σαν το ποτάμι. 

Μάρι(γ)έ μου κανακάρη
ποια γυναίκα θα σε πάρει.... 

ά.-28 Αλωνάρη του 2017

Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017

Ένας ανεκδιήγητος "πρόεδρος" . . .(επαναδημοσίευση)

...βλέποντάς τον χτες στις ειδήσεις, που αντιμετωπισε ,λέει, με επιτυχία τη λοιμωξη του αναπνευστικού κ.λ κ.λ...ο 88χρονος πρώην πρόεδρος δημοκρατίας, ο πιο άχρωμος κι άβουλος που περασε ποτέ... ο κατ' ευφημισμόν αριστερός/σοσιαλιστης Καρολος Παπούλιας...

http://epirusgate.blogspot.gr/2014/07/blog-post_8882.html?spref=fb

Αν ήσουν, "πρόεδρε", ΠΡΟΕΔΡΟΣ...
Αχ κυρ-Παπούλια "πρόεδρε",
δεν σ' άγγιξε το χιόνι,
που σκόρπαγαν οι άγγελοι 
τις νύχτες στο Πωγώνι,
τότε που η φτώχεια τσούλωνε
σιμά στο παραγώνι,
να ζεσταθεί να ονειρευτεί
τον Άγιο-Κατσαντώνη....
.............................................
Αν ήσουν, "πρόεδρε", ΠΡΟΕΔΡΟΣ
με τσαγανό κι αρχίδια,
μαχαίρι, "πρόεδρε", θα 'κοβες
τα ίδια και τα ίδια,

τα νταλαβέρια τ' άχρηστα
με τους μητροπολίτες
τους ρασοφόρους τους χοντρούς
τούς εντελώς κοπρίτες,
και ,"πρόεδρε", θα συνάνταγες
ανθρώπους του ιδρώτα
που τους γαμούν ξεσάλιωτα
και με χωρίς καπότα,
τ' αφεντικά τ' αχόρταγα,
κι οι εν γένει εξουσίες,
οι κυβερνήσεις οι δοτές
κι οι τραπεζομαφίες,
αυτούς θα πάαινες νά 'βρισκες
που με καημό στα χείλια
μέρα και νύχτα πολεμάν'
να ζήσουν τη φαμίλια,
αυτούς θα πάαινες να 'σμιγες,
"πρόεδρε" κυρ-Παπούλια,
με τα μικρά τα πενιχρά
τα ψωρομεροδούλια,
κι αν ήσουν μάγκας, "πρόεδρε"
θα ρώταγες αμέσως
με πόσα ευρώ το μήνα ζει
ο Έλληνας ο μέσος,
και τόσα, μάγκα "πρόεδρε"
παλιέ Ελασίτη αντάρτη
θα βάσταγες κι ελόγου σου
για τη δικιά σου πάρτη,
τουτέστιν πεντακόσια ευρώ,
και τ' άλλα, κάθε μήνα,
θα τα σκορπούσες , "πρόεδρε"
στη φτώχεια στην Αθήνα,
και θα ματάτρω'ες , "πρόεδρε",
κρομύδια και μπομπότα,
πληγούρι, λαχανόπιτα,
και ψωμοτύρ' , σαν πρώτα
που 'σουν απάνω στο χωριό,
φτωχούλι στο Πωγώνι
αγνός -ακόμα- κι άσπιλος
κι ωραίος σαν το χιόνι,
"πρόεδρε", που δεν φαντάζοσουν
πως κάποτε θα 'νάρθει
μέρα, που στον αντίποδα
θα βρίσκεσαι του αντάρτη....
.....................................
Πόσο με θλίβεις, "πρόεδρε" ,
που φύτρα Ηπειρώτη,
γέννησε του λαού οχτρό
κι ύπατο Ισκαριώτη...
Να 'ναι ο κοσμάκης στο Σταυρό
γυμνός, φτωχός και μόνος,
και να υπογράφεις, "πρόεδρε",
το "Σταύρωσον", προφρόνως,
ίσκιος, συμπλήρωμα κι ουρά
του Καίσαρα τ' Αντώνη...
Αχ ωρέ "πρόεδρε" φουκαρά,
δεν σ' άγγιξε το χιόνι,
'κείνο το χιόνι το παλιό
τ' αμόλυντο το χιόνι,
που σκόρπαγαν οι άγγελοι
τις νύχτες στο Πωγώνι....
άγγελος -λεύτερη Πίνδος-16 Αλωνάρη του 2014 

Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2017

Ο Άραχθος, τα Φώτα

 (...στις φωτογραφίες, κάτω απ' τους στίχους: αγιασμός των υδάτων, σήμερα στον Άραχθο, στο γιοφύρι της Πλάκας...οι άνθρωποι άγιασαν τα ύδατα, ή ο Άραχθος άγιασε ανθρώπους και Σύμπαν...;;;) 

 Παλληκαράκι ο Άραχθος κατέβαινε όλο βιάση! 
Τα ρούχα του είχε απ' το πρωί ντυθεί τα πιο καλά 
τα παστρικά, να 'ν' όμορφος και σένιος στο γιορτάσι 
των Φώτων , όπου τ' Άγια του θ' αγιάζανε νερά.

Κι εφρούμαζε σαν τ' άλογο που ολόρτο στο παζάρι, 
τα χρυσαφένια, ολόλαμπρα, φορώντας χαϊμαλιά,  
να ευχαριστήσει τον βαρύν , τηράει, τον καβαλάρη 
που οκνός στρογγυλοκάθεται στη σέλλα του ψηλά, 

κι επήδαε και τινάζονταν κι ωσάν θεριό εβογκούσε 
'τούτος που ακόμα κι απ' αυτόν το Γιαραμπή ψηλά, 
τι 'ναι ζωή κι ορμή και Φως, καλύτερα νογούσε, 
έτσι που απ' τα μικράτα του, γυρνούσε στα βουνά . 

Όσο που σαν συνάχτηκε στη μια, το ποίμνιο, όχθη, 
το καλυμαύχι ανόρεχτα άμα φόρεσε ο παπάς, 
πώς ίδια εγείρονται οι πιστοί, έτσι κι αυτός σηκώθη 
ο Άραχθος καταμεσής της κρύας της ποταμιάς, 

και μάρτυράς μου η πάνσεπτη η πέτρα, η γκρίζα αφέντρα
της Πίνδου, που 'ναι πάνω από ανθρώπους και θεούς,  
χίλια κι ακόμη πιο ψηλά πάνω εσηκώθη μέτρα, 
τόσο που η κοίτη, τούς γλαυκούς έσμιξεν ουρανούς, 

κι όλοι το μέγα εθάμαξαν το υδάτινο πλοκάμι 
και πιότερο ο παπάς με μιαν απόγνωση βουβή,
που πάνω απ' Άγιους και  Θεό υψωμένο το ποτάμι 
τη Τζουμερκιώτικη έλουσε ολοτρόγυρα αχλή. 

Κι αντίς ν' αγιάσουν τα νερά, με τους σταυρούς οι ανθρώποι, 
 και με ψαλμούς και προσευχές στην ακροποταμιά,
ψάλτης, θεός κι αρχάγγελος στου αιθέρα τη μετόπη, 
ο Άραχθος  τούς άγιασε , τούς μέρωσε γλυκά,  

πώς μερωμένα εστέκανε στις όχτες του τα δέντρα, 
ψηλοί ασκητές αγέρωχοι στους άγριους τους καιρούς! 
Ναι ! μάρτυράς μου η πάνσεπτη η πέτρα, η γκρίζα αφέντρα
της Πίνδου, που 'ναι πάνω από ανθρώπους και θεούς ! 
ά. - 6 Γενάρη του 2016 - λεύτερη Πίνδος






 






Έτριζε το βινύλλιο . . .




Παλιά τραγούδια λαϊκά ,
στάλαζε η φλέβα στην καρδιά
γλυκά το ..δηλητήριο,
έτριζε το βινύλλιο 


πώς τρίζει μες στην κρύα βροχή
του ταξιδιώτη το βαρύ
το βήμα, που ολομόναχος
αυτός και του βοριά ο αχός 

χάνονται μες στη σκοτεινιά
να γίνουν στίχος και πενιά.
Έτσι γεννιούνταν τα παλιά
λαϊκά τραγούδια τα χρυσά.
ά.

Τετάρτη, 26 Ιουλίου 2017

Περαστικά κι αμίλητα






Μια κιβωτό είχε φτιάξει ευαισθησίας 
στον ζέχνοντα φεϊσμπουκικό το βόθρο, 
ένα κλαράκι ολάνθιστο, απευθείας 
να πάν' να στέκονται στον πρώτο όρθρο 

όσα πουλάκια επέταγαν στη νύχτα 
μακριά απ' τα βρόχια και τα μαύρα δίχτυα 
που εσκέπαζαν ψηλά την πολιτεία 
ατσάλινα, θανατερά και κρύα, 

μια κιβωτό μονάχα ευαισθησίας 
που αν είχε κάποια αξία τη χρωστούσε 
στα ξέμπαρκα και μόνο τα πουλάκια 
στην κουπαστή της που εφιλοξενούσε 

περαστικά απροσκάλεστα κι αμίλητα 
γι' αυτό κι αγαπημένα κι ανεχτίμητα. 
ά. 
  

Ζαχαροπλαστείον ο "Αστήρ"

Ζαχαροπλαστείον ο "Αστήρ"    
Είχε μια τέχνη ο κυρ-Γιάννης στο «Αστήρ»
στις πάστες, στα σουφλέ, στη σοκολάτα,
ποτέ όμως δεν έλεγε ακριβώς
τα υλικά που έβαζε, στην πιάτσα. 

Λένε πως έβαζε την άχνη   
απ’ της Χαρούλας το φιλί,
ήτανε όμορφη η Χαρούλα
ήτανε όμορφη πολύ 
η θυγατέρα του κυρ-Γιάννη 
ζάχαρη που  'χε το φιλί,
τη θέλαν’ όλοι σαν τρελοί,
την ήθελες πολύ κι εσύ…

Μια στο ζενίθ και δέκα στο ναδίρ
στα Γιάννενα κυλούσε η κάθε μέρα...
Στο ζαχαροπλαστείον ο «Αστήρ»
κάτι ωραίο πλανιόταν στον αέρα.

Λένε πως ήτανε η αύρα
απ’ της Χαρούλας το κορμί,
ήτανε όμορφη η Χαρούλα 
ήτανε όμορφη πολύ 
η θυγατέρα του κυρ-Γιάννη 
ζάχαρη που  'χε το φιλί,
τη θέλαν’ όλοι σαν τρελοί,
την ήθελα κι εγώ κι εσύ…

άγγελος-Δεκέμβρης του 2013

Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

Γεια σου, ρε Κώστα Καρυωτάκη !




Γεια σου, ρε Κώστα Καρυωτάκη,
Τριπολιτσιώτικο αηδονάκι, 

εγώ έχω γίνει γραφικός 
να γράφω στίχους για τ' εσένα, 
κι εσύ σταλάζεις μαύρο φως 
στα μάτια μου τα προδομένα, 

ξυπνώ συχνά κι αναρριγώ 
κάτω απ' τη μάλλινη κουβέρτα 
και πριν ραϊσω και χαθώ 
σείεις την ποιητική σου μπέρτα 

στέκεσαι δίπλα μου εδωνά
κι αυτοπυροβολείσαι πάλι 
με τη μπερέτα την παλιά 
και φούρια ακόμα πιο μεγάλη, 

και παίρνω θάρρος που 'μαι εγώ 
ο ζων κι εσύ ο αποθαμένος, 
κι ύπνον βαθύ λυτρωτικό 
ρουφάω, κι εσύ ευχαριστημένος 

σκουπάς το αίμα απ' τα χαλιά 
κι εκ νέου γεμίζεις τη θαλάμη
για να 'σαι έτοιμος ξανά 
όταν σε χρειαστώ και πάλι, 

πόσες φορές, πενήντα -πια- 
χρόνια, σκοτώθηκες για μένα, 
ρε Κώστα απ' την Τριπολιτσά 
που 'χεις τρελού κι Αγίου βλέμμα, 

 κοιτάω το μέρος της καρδιάς, 
μια τρύπα σού 'ναι πια το στήθος, 
φοβάμαι σαν καρδιοχτυπάς 
μη βγει η καρδιά σου απόξω μήπως, 

και μείνεις Κώστα Καρυωτάκη, 
χωρίς καρδιά, να κελαηδάς, 
ευαίσθητο τρελό αηδονάκι, 
να σε κοιτώ να με κοιτάς... 
ά. - λεύτερη Πίνδος- 22 Θεριστή του 2017

Σάββατο, 24 Ιουνίου 2017

Σαν θα χαράζει...





Θα 'ναι πρωί, οι γνωστοί σαν θα το μάθουν 
τ' άξαφνο του χαμού μου το χαμπέρι, 
δυο-τρεις χυμένη στη ματιά τους θα 'χουν 
μια θλίψη τυπική ως το μεσημέρι, 

θά 'ρθουν την επομένη στην κηδεία 
θα σκύψουνε θα με νεκροφιλήσουν, 
"-Ω! πέταξε, ποιητική αδεία, 
στ' αστέρια ο παλαβός" θα ψιθυρίσουν, 

κι αφού με παραχώσει ο νεκροθάφτης 
εμέ που το Πινδαίο ύμνησα χώμα, 
θα με σηκώσει στα Τζουμέρκα ο μπάτης, 
κι αυτοί χαρούμενοι που ζούνε(;) ακόμα, 

στην κρύα την τσιμεντένια άραχλη πόλη 
στη γκρίζα θα επιστρέψουν την αιθάλη 
σαν τα ψοφίμια μέσα στη φορμόλη 
το μαύρο τους μη νιώθοντας το χάλι, 

και πια ο ηλιάτορας σαν θα χαράζει 
πέρα απ' τους λόφους τους μενεξεδένιους, 
ποιον μες στο χάραμα θα λογαριάζει 
για ζωντανόν και ποιους γι' αποθαμένους ; 
ά. - λεύτερη Πίνδος - 24 Θεριστή του 2017

Τρίτη, 20 Ιουνίου 2017

Αμήχανος πορεύτηκα, αληθινός και πράος . . .(ΕΠΙΤΥΜΒΙΟΝ)




"ΑΜΗΧΑΝΟΣ ΠΟΡΕΥΤΗΚΑ 
ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΚΑΙ ΠΡΑΟΣ,
ΣΤΟ ΤΙΠΟΤΕ ΞΟΔΕΥΤΗΚΑ 
ΣΤΟ ΠΟΥΘΕΝΑ ΣΤΟ ΧΑΟΣ, 

ΣΤΟ ΧΑΟΣ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝΤΙΚΟ 
ΣΤΟ ΧΑΟΣ ΤΟ ΕΝΤΟΣ ΜΟΥ." 
στον τάφο μου , σαν θ' ανοιχτώ 
βαθιά στου κάτω κόσμου 

τις περατιές , οι στίχοι αυτοί 
-ποιος θα τους νιώσει , τάχα;- 
με χρώμα να γραφτούν μαβί 
οι στίχοι αυτοί μονάχα, 

κι η εικόνα μου τούτη η πλαϊνή, 
τα δειλινά τα κρύα 
πλάι στο καντήλι να θωρεί 
μ' αβάσταχτη απορία 

τι τάχα οι σκώληκες βαθιά 
ψάχνουν στο καύκαλό μου, 
εμένα που 'χα στα βουνά 
και στ' άστρα το μυαλό μου, 

διατελών ρομαντικός 
κι άμυαλος ισοβίως 
απείθαρχος, αναρχικός 
κι ωσεί παρών κυρίως... 
ά. - λεύτερη Πίνδος

Τρίτη, 25 Απριλίου 2017

Γράμμα απ' τα Γιάννενα





(...μια αληθινή ιστορία, ένα τραγούδι)...στα Γιάννενα,καμιά διακοσαριά μέτρα μετά το Τζαμί της Καλούτσιανης,στο καφενειο-τσιπουραδικο του Μπρούζου,πήγαινε και κάθονταν με τις ωρες ο Νίκος ο μπογιατζής,ωραίος άντρας καθώς έλεγαν στα νιάτα του,ίσκιος τωρα του εαυτού του,χωνεμένος-τσακισμενος απ' το πολύ ούζο και τη ..χρόνια αναφαγιά...ειχε ερωτευτει τρελά μια φοιτητρια εκεί στα μέσα του '70,τον αγάπησε κι αυτή, 3 χρόνια σχέση, ώσπου εκείνη πηρε το πτυχίο της και χαιρέτησε γι' Αθηνα, ένα σούρουπο 16 του Αλωνάρη -πώς να το ξεχάσει ο Νίκος; - ; έβρεχε και μαζί είχε πάρει να βγαίνει ένα σχεδόν γιομάτο φεγγάρι!!!...ο Νίκος, της ειχε γραψει ένα γράμμα,το 'χε πάντα μαζί του στη μέσα τσέπη του σακακιού του, κι εκεί που 'πινε στο μαγαζί,ξάφνου κατά τις 10 το βραδυ πετάγονταν σαν ελατήριο ζήταγε λογαριασμό "-Έχω μια δουλειά", "-Πού θα πας, Νίκο;" "-Να ρίξω ενα γράμμα"...το γράμμα ποτέ δεν το 'ριξε, πήγαινε νύχτα περπατωντας ως το ΚΤΕΛ Αθηνών, απ' την "παραλιακή", τον ερημικό δηλαδή κι ήσυχο δρόμο πλάι στη λίμνη:Καλούτσιανη-Σφαγεία-Ναυτάκια-Δώδεκα-Μώλο,για να τραγουδήσει στην ερημιά, δυνατά , να του πιαστεί και δίχως να ντρεπεται, το Σιγανοψιχάλισμα τις Χάρτινες σκάλες κι άλλα 2-3 παραπονιάρικα του Γαβαλά, και πάντα το Γέλα κυρία μου του Καφάση ,και κάθονταν εκεί στο ΚΤΕΛ μέχρι που 'φευγε το νυχτερινό δρομολόγιο των 11 για Αθήνα...κοίταγε τους επιβατες πίσω απ' τα θολά τζάμια...το λεωφορείο έφευγε, έμεναν μονάχα τα σκυλιά τ' αδέσποτα κι ο Νίκος, μ' ένα άσσο σκέτο στα χείλη να σιγοκαίει σαν καντήλι στον κατήφορο της ζωής του, γωνία Πουτέτση κι Ανεξαρτησίας, αδέσποτο σκυλί κι αυτός,
τα δόντια του έχωνε βαθιά
στης νύχτας τα καπούλια
κι αλύχταγε τα σύννεφα
την Όστρια και την Πούλια: 

"-Κλάψτε, αστέρια κι ουρανοί
κι αγέρηδες και νέφη,
το Νικολή που αγάπησε
κι αγάπη πια δεν έχει..."
..............................................
...Kι απέ την Πίνδο γρύλλιζε
με δακρυσμένο μάτι
για δυο μπαγιάτικα σπυριά
ναυαγισμένη αγάπη: 

"-Πού 'σαι,μωρ' ρούσα μ' και ξανθή μ',
πού 'σαι, περδικομάτα μ' ;
Μαχαίρια κόβουν την ψυχή μ',
σπαθιά την άδεια στράτα μ'."
ά.

Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

Πάσχα του '70, στην Αγια-Μαρίνα, στα Γιάννενα





...μνήμες Πασχαλιάτικες του '70...η μάνα,σαν έμπαινε Μεγάλη Τετάρτη,αρχίναγε μέγα αγώνα με τη ραπτομηχανή της τη Singer,να μεταποιήσει/μπαλώσει τα παλιά,να κάνει η φαμίλια Ανάσταση στην Αγια-Μαρίνα στα Γιάννενα,με καλά ρούχα...στο χωριό παλιότερα,πριν κατεβουμε στα Γιάννενα,δεν μας βάραιναν τετοια... ...Σαν φύγαμε, θυμάμαι, απ' το χωριό,  η μάνα απ' τη Μεγάλη την Τετάρτη  στα Γιάννενα βαριάν είχε θαρρώ  μιαν έγνοια:την Ανάσταση που θά 'ρτει  πώς θά 'ναι όλη η φαμίλια με καλά  ρούχα, ντυμένη στην Αγια-Μαρίνα,  κι εμπάλωνε όλη μέρα τα παλιά  και τά 'φκιανε ολοκαίνουργα και φίνα,  τέτοια μοδίστρα που ήταν διαλεχτή,  κι ακόμα, μάρτυράς μου ας είν' ο αγέρας  γύρω απ' το Λαμπριάτικο κερί, πως το Χριστός Ανέστη ο πατέρας   σαν έλεγε, το πρώτο το φιλί   το 'δινε ψιθυρίζοντας στη μάνα  "-Κράτα καλή μου!" Κι όλοι οι ψαλμοί  μαζί κι η αναστάσιμη καμπάνα  "Κράτα καλή μου" ηχούσανε κι αυτοί,   "Κράτα καλή μου" κι ο Ουράνιος Χτίστης,  "Κράτα καλή μου" κι οι Αρχαγγελικοί  ραφτάδες μες στη ραπτομηχανή της... ά. λεύτερη Πίνδος

Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

Τα Μεγαλοπαράσκευα




ΤΑ ΜΕΓΑΛΟΠΑΡΑΣΚΕΥΑ
Τα Μεγαλοπαράσκευα, στο τέλος της εσπέρας,
ζύγωνε πέρα απ'' το βουνό, ένας ζεστός αγέρας
και στέγνωνε,όπως πέφτανε στου νάρθηκα τη σκάλα,
τ' άγια της μάνας του Χριστού τα δάκρυα στάλα-στάλα...

Και μοσχοβόλαε στο χωριό, της Παναγιάς το δάκρυ
κι η άνοιξη κι ο μενεξές κι η ασβέστη απ' άκρη σ' άκρη
και τραγουδούσε ο Αρχάγγελος, πέρα απ' τους καφενέδες,
μεθώντας με γλυκό κρασί και μύρο απ' τους μπαξέδες!
..................................
Κι άμα το σούρουπο άπλωνε τα μαύρα τα φτερά του,
ο Ναζωραίος έβγαινε απ' τ' άγιο σκήνωμά του
και πήγαινε και χαίρονταν τη νυχτωμένη Πλάση,
το πανηγύρι των ανθών, των άστρων το γιορτάσι!

Και γύρναγε το χάραμα, απ' ευωδιές πιωμένος,
ίσκιος αλαφροπάτητος,γλυκός και μυρωμένος
κι έβαζε μες στην εκκλησιά τη μάσκα του θανάτου
και χώνονταν κι ησύχαζε μες στ' ανθοσάβανά του !

Πήγαινε ο πετροκότσυφας και στέκονταν στην άκρη
κι έσταζαν τα φτεράκια του της άνοιξης το δάκρυ
κι οι μίσχοι απ' τα γαρούφαλα και τα κομμένα κρίνα,
στα χείλη τ' άνεμου, μικρά γινόντουσαν κλαρίνα

και φύσαε και ξεχύνονταν το μοιριολόι στις στράτες
και τ' άκουγαν και ράγιζαν οι πρωινοί διαβάτες :

"-Άχου ! ένας νιος που χάνεται, με τον ξανθόν Απρίλη
και τρέμουνε τα σύμπαντα στα κρύα του τα χείλη!
Άχου ! κι εσείς που μιαν αυγή, σαν ίσκιοι θα διαβείτε
και θα χαθείτε ολότελα κι οπίσω δεν θα 'ρθείτε..."
ά. - λεύτερη Πίνδος

Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

Μεγάλη Πέμπτη



Μια μαύρη πέτρα ετίναξε -παιδί- Μεγάλη Πέμπτη,
άντρεψε, πενηντάρισε κι εκείνη ακόμα πέφτει...
.....................................
...Η πέτρα είναι ο θάνατος
η πέτρα είν' η ζωή μου 
της Γης το Τετραβάγγελο
στην εκκλησιά της Πίνδου,

στα χιόνια γύφτισα γυμνή
βαλκάνια αμαζόνα
σφάζει τ' αγκάθι στην ποδιά
τον άνεμο στο γόνα,
στο Γράμμο, στη Νεμέρτσικα
στου Βίκου το φαράγγι,
προγκάει το μαύρο τ' άσπλαχνο
του Χάρου το σφαλάγγι,
στον ίσκιο της αλυγαριάς
στο πλάγιασμα του πρίνου
στρώνει δροσάτο αγύριστο
γιοφύρι στο κορμί μου
στις δίκοπες αγάπες μου
στο μπρούσκο το κρασί μου
τροχάει το μαύρο κεραυνό
και την υπομονή μου,
γρανίτης πένθιμος γλυκός
μανούλα κι αδερφή μου
η πέτρα είν' ο θάνατος
η πέτρα είν' η ζωή μου...
ά. - λεύτερη Πίνδος

Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

Τους νιους τρελαίνει η άνοιξη η γλυκιά


Έτρεχα !
Eτρεχα σαν τρελός, στα λιβάδια του χωριού.
Απέναντι,αμφιθεατρικά και σε μια απόσταση γύρω στα 300 μέτρα απ' τα λιβάδια,στέκονταν το χωριό (σχεδόν κωμόπολη) στην πλαγιά του λόφου, κάμποσο ψηλότερα απ' τα χωράφια...
Έτρεχα σαν έφηβος, όλο και πιο γρήγορα.
Γιατί ;
Γιατί λογάριαζα πως μ' έβλεπε εκείνη απ' το μπαλκόνι της.
Εκείνη...
Εκείνη είχε βρεθεί στο χωριό, για τις διακοπές του Πάσχα.
Θα 'ταν κάπου είκοσι-είκοσι δυο χρονών, ψηλή γύρω στο 1.78, μελαχρινή κι όμορφη σαν αμαρτία μακρινή κι άπιαστη.
Με τα τεράστια, πανέμορφα αμυγδαλωτά μάτια της και τ' ατελείωτα πόδια της ..!
Ήταν και βολεϋμπολίστρια.
Κάθε πρωί , γύρω στις 10,ερχόταν στο σχολειό,απέναντι απ' το σπίτι μου, και γυμναζόταν στο γηπεδάκι του βόλεϋ, για να μη χάσει τη φόρμα της, όσο θα 'μενε μακριά απ' την Αθήνα και την ομάδα της.
Μ' είχε πάρει κάνα-δυο φορές το μάτι της, την ώρα που 'βγαινα στο μπαλκόνι, τάχα για να μιλήσω στο κινητό, και μπορώ να πω ότι της είχα κινήσει το ενδιαφέρον...
Αυτή, λοιπόν, δεν ήταν κοπέλα.
Αγγελούδα να δροσίζει τους πεπτωκότες της κόλασης ήταν .
Κι αμαρτία κινούμενη, είπαμε...
Έρχονταν και μοσκοβόλαγε ο τόπος.
Έτρεχε και τραμπαλίζονταν τα στήθια της, πάνω-κάτω, γιομάτα νεανική αλκή κι αυθάδεια...
Έσκυβε να πιάσει τη μπάλα κι αναστέναζε ο δρόμος με τα μαστόρια και τους Πακιστανούς που διάβαιναν .
Δυο μέτρα "γύναικος" !
"Ο γύναικος" !
Έτσι τη βάφτισε η πεθερά μου !
"Ήρθε ο γύναικος με τη μπάλα! " έλεγε, σαν έσκαγε μύτη το κοράσι του Παραδείσου...
Το κοράσι με το πολύ κοντό, αθλητικό της σορτσάκι, να φτάνει δυο όλους κι όλους πόντους κάτω απ' τη σμίξη των ποδιών της, και να φανερώνει σάρκα αλαβάστρινη κι εφηβική,πιο πολύ παρά να κρύβει...!
Έσκυβε, λοιπόν, να πιάσει τη μπάλα και σπούδαζαν οι τοίχοι του σχολειού την τέλεια Γεωμετρία !
Ποτέ δεν είχαν ακούσει δάσκαλο να εξηγεί όπως τώρα τούτη η "δασκαλίτσα", τι εστί καμπύλη, περιφέρεια, ημισφαίριο...!
Έβραζε η άσφαλτος στην αυλή του σχολειού.
Τρέμαν οι μυγδαλιές.
Κρέμονταν η γειτονιά , στα παραθύρια.
Τα σερνικά ζουρλαινόμασταν.
Ποτάμι φουσκωμένο οι ορμόνες μας, ξεχείλιζαν στα βρακιά μας, πλημμύριζαν το δρόμο απόξω απ' το σχολειό κι ευώδιαζαν το χωριό βαρβατίλα και δύναμη.
"Μαραίνομαι ο καημένος" τραγούδαγε ο σχωρεμένος ο Καρναβάς, στο παλιό μαγνητοφωνάκι PHILLIPS του ποδηλατά του Μάκη απέναντι...

Μαραίνομουν κι εγώ.
............................................................................................
Έτρεχα λοιπόν , τώρα Πέμπτη 28 Απρίλη του 2016, ντυμένος τ' αθλητικά μου,εγώ ο Φρίξος Αμαραντίδης ,λογιστής και παλιός δρομέας, στα λιβάδια του χωριού.
Του χωριού.
Όχι του χωριού μου.
Δεν ήταν το χωριό μου αυτό.
Γαμπρός βρέθηκα εκεί...
Έτρεχα και λογάριαζα πως μ' έβλεπε εκείνη, απ' το μπαλκόνι της.
Έτρεχα και ζωγράφιζα.
Ή μάλλον. δεν ζωγράφιζα.
"Έγραφα" γράμματα τεράστια, τρέχοντας ..τεθλασμένα (!!! ), ο παλαβός.
Είχα αυτή την ευχέρεια, μια κι ο χώρος εκεί που 'τρεχα, ήταν τεράστιος.
Σκόπευα να της γράψω Σ' ΑΓΑΠΩ, να το δει από μακριά, απ' το μπαλκόνι της πάνω...
(Όχι ΣΕ ΑΓΑΠΩ.Δεν υπάρχει αυτό, αφού κανείς δεν το λέει έτσι. Όλοι λέμε
Σ' ΑΓΑΠΩ.)
Αυτό σκέφτηκα στην αρχή να γράψω, μα το ξανασκέφτηκα...
Πώς θα την έγραφα την απόστροφο μετά το Σ ;
Δε θα την καταλάβαινε από μακριά.
Θα διάβαζε τα τέσσερα πρώτα γράμματα, μαζί : ΣΑΓΑ...
ΣΑΓΑ ;
Τι ΣΑΓΑ ;
ΣΑΓΑΝΑΚΙ ; Θα μ' έκοβε για τρελαμένο σερβιτόρο, θα 'κανε μεταβολή στο μπαλκόνι και θα 'μπαινε κατευθείαν μέσα στο σπίτι της.
Κι έτσι βάλθηκα να γράψω ΑΓΑΠΩ.
Κι αρχίνησα..
Απ' την καλύβα του Λάζαρου του Λέτσιου , ως την κερασιά δίπλα απ' τις ποτίστρες, έκανα ο λοξός , τη λοξή γραμμή του Α , μ' ένα σπριντάρισμα 50 μέτρων .
Φτάνω στην κορυφή και, σαν να κοπάνησα σε τοίχο αόρατο, κάνω μεταβολή σχεδόν και σχηματίζοντας γωνία 30 μοιρών με την προηγούμενη γραμμή, τρέχω ξανά 50 μέτρα και γράφω και τη δεύτερη λοξή γραμμή απ' το Α .
Μεταβολή, ξανά πίσω, και στα 25 μέτρα, κόβω αριστερά και σχηματίζω τη μικρή γραμμή απ' το Α , αυτή που ενώνει τις μεγάλες λοξές.
Εντάξει. Πάει το Α . Πώς θα πήγαινα τώρα να γράψω το Γ , χωρίς να τη μπερδέψω που μ' έβλεπε;
Χαμήλωσα κάτω,πολύ κάτω, μαζεύτηκα, κι ύστερα κουλουριάστηκα, κι έτσι σαν μπάλα,σαν σκαντζόχοιρος κουλουριασμένος, άρχισα να κουτρουβαλάω πάνω στα χορτάρια και στα φρύγανα, μέχρι που ξεμάκρυνα καμιά τριανταριά μέτρα απ' το Α .
Έγραψα εκεί και το Γ .
Μετά , πάλι σαν το σκαντζόχοιρο, δώσ' του κολοτούμπες...
Κι έπειτα, σαν ξεμάκρυνα απ' το Γ , έπιασα να γράφω το δεύτερο Α .
Μετά, το Π .
Το Ω με δυσκόλεψε λίγο ...
Αλλά, πλέον τα 'παιζα στα δάχτυλα τα γράμματα.
Και το Πατερημών ακόμα θα μπορούσα να γράψω.
Αρκεί να 'χα καμιά σαρανταριά στρέματα τόπο....
.....................................................................
Το επόμενο πρωί, στις 10, άμα είχα πιει την καφεδιά μου στην κουζίνα, έσκασε μύτη στο σχολειό η ξωτικιά με τη μπάλα του βόλεϋ.
Τρίξανε τα παραθύρια στη γειτονιά.
Οι ορμόνες βάρεσαν κόκκινο.
Ο ποδηλατάς απέναντι, ξανά-μανά τον Καρναβά... "Μαραίνομαι ο καημένος"...
Αλλά, τι είχε βαλθεί τώρα να κάνει η μικρή μου ;
Αντί για τα γνωστά "καρφώματα" πάνω απ' το φιλέ, το 'ριξε στο μπάσκετ !
Μπάσκετ με τη μπάλα του βόλεϋ...!
Χτυπούσε τη μπάλα πάνω στο έδαφος και προχωρούσε, σαν μπασκετμπολίστρια που κατεβάζει τη μπάλα...
Αλλά, τι αλλόκοτα προχωρούσε !
Χάραξε ίσια πορεία 30 μέτρων στην αυλή του σχολειού, έκανε μεταβολή και ξαναγύρισε πίσω, ακριβώς πάνω στη ..γραμμή που 'χε μόλις χαράξει !
Στα μισά, στα 15 περίπου μέτρα,έκανε στροφή αριστερά, έτσι που σχημάτισε γωνία 30 μοιρών με την προηγούμενη ..γραμμή , και κινήθηκε για καμιά εικοσαριά μέτρα, ώσπου εκεί , ξανά μεταβολή και πάλι πίσω..Και μετά, πορεία πάλι προς τα αριστερά και νέα γραμμή 20 μέτρων.
Το 'χα ξαναδεί αυτό...!
Ή μάλλον, το 'χα κάνει εγώ ο ίδιος, ο Φρίξος Αμαραντίδης....
Δεν είναι δυνατόν, ψέλλισα !!!
Είχε μόλις "γράψει" το Κ .
Μετά, έγραψε το Ι.
Όλο μαζί : ΚΙ .
Ύστερα, κοντοστάθηκε για κάνα δίλεπτο, με τα χέρια υψωμένα.
Τέντωμα το λένε αυτό οι αθλητές , διατατική άσκηση, δηλαδή, για να τεντώνονται οι μυώνες...
Αλλά, τούτη, σα να το 'κανε για "παύση" στο ..γράψιμο.Για να ξεχωρίσουν οι λέξεις...
Μετά, έπιασε να γράφει το Ε .
Μετά το Γ.
Και τέλος, το Ω !
Όλο μαζί : ΕΓΩ.

Kι όλο-όλο μαζί, είχε γράψει : ΚΙ ΕΓΩ !

Μου 'φυγε πέρα το φλυτζάνι με τον καφέ.
Κομμάτια το γυάλινο τραπεζάκι, κομμάτια κι η φωτογραφία της πεθεράς που 'γλειφε το παγωτό-χωνάκι στο Λουτράκι το '97...!
Αποτρελάθηκα, γλυκάθηκα, άνθισα, έσκουξα με παράπονο σαν το κουτάβι.
'Εσκουξα που τη ζωή μας σ' αλυσίδες βάνουμε.
Που περνάμε σαν ίσκιοι μια και μόνο φορά απ' ετούτο τον κόσμο, δίχως να ζήσουμε αληθινά, όλο "-Μη !" και "Πρέπει...".
Ένιωσα σα μπαμπόγερος οχτακόσια χρονών.
Πόσο ήμουνα ;
Tι σημασία έχει.
Διάβηκαν τα χρόνια μεμιάς σαν καταιγίδα στις πλάτες μου !
39....
49....
59....
69.....
79......
89......
Κύρτωσαν οι ώμοι μου, σκοτείνιασε η μουσούδα μου, γένηκα μαύρο χώμα και με πήρε ο αγέρας στα βουνά,ψηλά σε μια σπηλιά.
Όπως έφευγα, άκουσα ξανά τον Καρναβά στο μαγνητοφωνάκι το PHILLIPS του ποδηλατά απέναντι, να σκούζει : "Βαθιά σπηλιά μέσ' στα βουνά, θα βρω να κατοικήσω"....

Κλυδωνίστηκα , μαύρο-κατάμαυρο χώμα, ψηλά στα βουνά, χώθηκα σε μια σπηλιά...
Μα, πάλι πίσω μ' έφερε ο αγέρας.
Χώμα με πήρε κι άνθρωπο ξανά μ' αφήκε !
Μ' απίθωσε στο μπαλκόνι απόξω κι ευώδιαζε πιότερο τώρα ο μαχαλάς απ' τους χυμούς της μικρής.
Τα χρόνια, σαν ελατήριο ξεχαρβαλωμένο και σκουριασμένο που θαρρείς το λαδώνει κάποιος και ξανασυσπειρώνεται και ξαναβρίσκει την παλιά του ελαστικότητα,, πήραν να μαζεύονται ξανά :
89....
79.....
69....
59....
49....
39.....
29.....
19....
Ήμουν 19 !
"Είμαι 19άρης και σας γαμώ τα λύκεια", που τραγούδαγε κι ο Σαβόπουλος !
Φόρεσα το ξεβαμμένο τζινάκι μου, τη μπλούζα κολλεγίου, έβαλα ζελέ στο κοντοκουρεμένο μου μαλλί κι άφησα το καλογυμνασμένο μου κορμί να κατηφορίσει ως το σχολειό απέναντι.
Πλησίασα τη γόησά μου..
Μου χαμογέλασε.
Ο Μάης στα στήθια της, μοσκοβόλησε.
"Τους νιούς τρελαίνει η άνοιξη η γλυκιά", άρχισε να τραγουδάει φάλτσα ,ο Αργύρης ο Μπακιρτζής, στο PHILLIPS το μαγνητοφωνάκι του ποδηλατά απέναντι...
"Τους νιούς τρελαίνει η άνοιξη η γλυκιά" !

Kι άμα σκόλασε ο Μπακιρτζής, τι θάμα κι ετούτο, πλημμύρισε η αυλή του σχολειού, από παιδάκια που πιάσανε κι αυτά, ξανά το ίδιο τραγούδι, αλλά πιο γλυκά κι όμορφα ετούτα .
Εγώ ο έρμος, τρελότερος κι ομορφότερος από ποτέ, χόρευα .
Με τον αγέρα χόρευα.
Κι η νεράιδα χόρευε.
Με τον αγέρα κι αυτή.
Κι ύστερα ο αγέρας μάς σήκωσε στα ύψη και βρεθήκαμε να χορεύουμε ψηλά-πολύ ψηλά, πάνω απ' την αυλή του σχολειού,οι δυο μας.
Εγώ κι η νεράιδα .
Τα παιδάκια από κάτω,τραγούδαγαν :
"Τους νιούς τρελαίνει η άνοιξη η γλυκιά" !!
"Τους νιους τρελαίνει η άνοιξη η γλυκιά" !!!!!!!!!!!!!!!!

Το σχολειό άνοιξε στα δυο .
Έγινε γαρούφαλλο ανθισμένο.
Τα πέταλά του φούσκωσαν.
Φούσκωσαν πολύ, τόσο που το σχολειό σηκώθηκε απάνω σαν τ' αερόστατο και χάθηκε στον ήλιο.... 
ά. - λεύτερη Πϊνδος