Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή, 19 Ιανουαρίου 2018

Όλγα μ', μωρ' Όλγα μ' !



Για σένα παίζουν τα βιολιά, 
Όλγα μ', μωρ' Όλγα μ' ,  
για σένα δίνω τα φλουριά 
και τα μπακίρια μ' όλα μ' ! 

...οι μουσικές έρχονται από πολύ μακριά...στη φωτογραφία, βαστώντας λαουτοκιθάρα,ο Θεοχάρης Καλαμπόκης (χωριανός και συγγενής του πατέρα μου,του οποίου η μάνα, Μαρία Καλαμπόκη, ήταν απ' το ίδιο χωριό:Μιχαλίτσι), με την κομπανία του, τη δεκαετία του '50....αναμφίβολα,εκείνος τότε, 60 χρόνια πίσω, θα 'παιξε σε κάποιο πανηγύρι, κάποιον δικό του αυτοσχεδιασμό για κάποια Όλγα ή για κάποια Μαρία ή για κάποια Κωστάντω....αυτός ο αυτοσχεδιασμος του, μπορεί ποτέ να μην "χτυπήθηκε" σε κάποιον δίσκο, αλλά εγγράφηκε στον ..σκληρό δίσκο του Τζουμερκιώτικου θρασκιά, παρέμεινε εκεί δεκαετίες, ώσπου ήρθε ο κληρονόμος του πατρικού άυλου θησαυρού, ο γιος του δηλαδή ο Xristos Kalabokis, να  ..ξεκλειδώσει αυτόν τον σκληρό δίσκο, και να φανερώσει και  σ' εμάς τα προ 60 ετών μεράκια του πατέρα του, ειπωμένα βέβαια τώρα  με το ..στόμα  του μπουζουκιού του υιού-Χρήστου, εν έτει 2018,ως "Το ζεϊμπέκικο της Κυβέλης"...άγιος ο Έρωτας κι ο πόθος που θέλουν παντί τρόπω να γίνουν τραγούδι...απ' τα χρόνια του Όμηρου, η ίδια πάντα "δουλειά"...τα μόνα που αλλάζουν,ειναι  τα ονόματα:ωραία Ελενη-Όλγα-Μαρία-Κωστάντω-Κυβέλη.... 
..."Το ζεϊμπέκικο της Κυβέλης" είναι ένα εξαιρετικό οργανικό κομμάτι του Χρήστου Καλαμπόκη..Είναι ένα απ' τα 12 του δίσκου που ετοιμάζει ο συνθέτης, και θα κυκλοφορήσει σύντομα. 
Όταν το άκουσα , μαγεύτηκα κυριολεκτικά απ' τη φίνα μελωδική γραμμή, το λιτό ύφος και τις Χατζιδακικες αποχρώσεις. 
Έκατσα την ίδια στιγμή και "πέρασα"  λόγια στην υπέροχη μουσικη του, έχοντας στον νου μου ότι πολλές φορές στα χρόνια του '60, οι πατεράδες μας θα ήπιαν/έφαγαν/γλέντησαν μαζί, και θα κοινώνησαν τα ίδια "πράματα"....
Ελπίζω, ο συνθέτης να μου συγχωρέσει αυτή την αυθαιρεσία,την ιεροσυλία μάλλον, γιατί το να ανακατεύεσαι με τα τα εσώτατα ψιθυρίσματα ενός καλλιτέχνη ,είναι σαν να εισχωρείς στα άδυτα των αδύτων...   


ΤΟ ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟ ΤΗΣ ΚΥΒΕΛΗΣ
 Άλλο να σε λένε Ναυσικά, 
Έρη, Περσεφόνη κι Αθηνά, 
κι άλλο να 'χεις στ' όνομά σου,αυτό 
το λάμδα, που 'ναι μελαγχολικό. 

 Όταν σε βαφτίζανε 
τα βουνά ραγίζανε 
κι έβρεχε φαρμάκι ο ουρανός, 
κι όπως πέφταν' 'δώ και 'κεί 
 βέλη μαύρα οι κεραυνοί, 
σ' έβγαλε Κυ-βέλη ο νονός. 

Ψεύτικα δεν θέλω να γελάς, 
σαν τους άλλους μην πολυμιλάς, 
η μελαγχολία σου αφού 
είναι το μεγάλο σου ατού.  

 Όταν σε βαφτίζανε 
τα βουνά ραγίζανε 
κι έβρεχε φαρμάκι ο ουρανός, 
κι όπως πέφταν' 'δώ και 'κεί 
 βέλη μαύρα οι κεραυνοί, 
σ' έβγαλε Κυ-βέλη ο νονός. 
...............................................................
Η μελαγχολία του ματιού 
είναι τ'  ακριβό σου το μπιζού.- 
ά. - λεύτερη Πίνδος- Αλωνάρης του 2017

Το ζεϊμπέκικο της Κυβέλης

 ..."Το ζεϊμπέκικο της Κυβέλης" είναι ένα εξαιρετικό οργανικό κομμάτι του Χρήστου Καλαμπόκη..Είναι ένα απ' τα 12 του δίσκου που ετοιμάζει ο συνθέτης, και θα κυκλοφορήσει σύντομα. 
Όταν το άκουσα , μαγεύτηκα κυριολεκτικά απ' τη φίνα μελωδική γραμμή, το λιτό ύφος και τις Χατζιδακικες αποχρώσεις. 
Έκατσα την ίδια στιγμή και "πέρασα"  λόγια στην υπέροχη μουσικη του... 
Ελπίζω, ο συνθέτης να μου συγχωρέσει αυτή την αυθαιρεσία,την ιεροσυλία μάλλον, γιατί το να ανακατεύεσαι με τα τα εσώτατα ψιθυρίσματα ενός καλλιτέχνη ,είναι σαν να εισχωρείς στα άδυτα των αδύτων... 

ΤΟ ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟ ΤΗΣ ΚΥΒΕΛΗΣ
 Άλλο να σε λένε Ναυσικά, 
Έρη, Περσεφόνη κι Αθηνά, 
κι άλλο να 'χεις στ' όνομά σου το 
λάμδα αυτό το μελαγχολικό. 

 Όταν σε βαφτίζανε 
τα βουνά ραγίζανε 
κι έβρεχε φαρμάκι ο ουρανός, 
κι όπως πέφταν' 'δώ και 'κεί 
 βέλη μαύρα οι κεραυνοί, 
σ' έβγαλε Κυβέλη ο νονός. 

Ψεύτικα δεν θέλω να γελάς, 
σαν τους άλλους μην πολυμιλάς, 
η μελαγχολία σου αφού 
είναι το μεγάλο σου ατού.  

 Όταν σε βαφτίζανε 
τα βουνά ραγίζανε 
κι έβρεχε φαρμάκι ο ουρανός, 
κι όπως πέφταν' 'δώ και 'κεί 
 βέλη μαύρα οι κεραυνοί, 
σ' έβγαλε Κυβέλη ο νονός. 

Η μελαγχολία του ματιού 
είναι τ'  ακριβό σου το μπιζού.- 
ά. - λεύτερη Πίνδος- Αλωνάρης του 2017

Σάββατο, 13 Ιανουαρίου 2018

Φυσάει στα Γιάννενα...



 ..Βοριάς στα Γιάννενα φυσά 
θρασκιάς οχτώ μποφώρια,
οι ζωντανοί στα μαγαζιά
κι οι πεθαμένοι χώρια 


παίρνουν τον τούρκικο καφέ
και το ζεστό σαλέπι,
κι εσύ πίσω απ' το μιναρέ
ψυχή να μη σε βλέπει 

έχεις το σύννεφο αγκαλιά
και την αγάπη χώρια,
φυσάει στα Γιάννενα, φυσά
θρασκιάς εννιά μποφώρια...
ά. -13 Γενάρη του 2018

Παρασκευή, 12 Ιανουαρίου 2018

Μαύρο τριαντάφυλλο



 .....ημέρα απεργιακών κινητοποιήσεων η σημερινή...και σωστά, και καλά κι άγια...το κεφάλαιο όμως , τα νιώθει αυτά σαν φύσημα πεταλούδας στο χοντρό/τραχύ σβέρκο του...ένα πράμα μονάχα νιώθει/καταλαβαίνει /σκιάζεται:το άρωμα του "μαύρου τριαντάφυλλου" την ώρα που σκάει ο κάλυκας με πάταγο...(κάλυκας=1.το μέρος του άνθους που αποτελείται από τα σέπαλα και προστατεύει το άνθος 2.το τμήμα ενός βλήματος ή φυσιγγίου που περιέχει την πυρίτιδα και συγκρατεί τα σκάγια ή τη σφαίρα πριν την εκπυρσοκρότηση)...

Πέμπτη, 11 Ιανουαρίου 2018

Ανάμεσα Σύρο και Τζιά





Ανάμεσα Σύρο και Τζιά
Γιάννενα και Ροδόπη,
μικρή φυτρώνει νερατζιά
στου Γραίγου τη μετόπη,

ανθεί μονάχα μια φορά
καρπίζει μια μονάχα,
έχε τα μάτια σου ανοιχτά
και τη φωτιά στα σπλάχνα

μονίμως καίουσα-ζωντανή
αν θες να κάνεις ζάφτι
τη νερατζούλα τη μικρή
τη νερατζιά που αστράφτει

όμοια μ' αστέρι, χαμηλά
στων κοριτσιών την πόρπη...
Ανάμεσα Σύρο και Τζιά
Γιάννενα και Ροδόπη...
ά. - λεύτερη Πίνδος
....η ζωή μας...η μικρή μας ζωή...μια μικρούλα νερατζιά που μοσκοβολάει και βγάνει υπέροχους καρπούς, και που, έπρεπε διαχρονικά ο άνθρωπος να την "τρυγήσει"...παντί τρόπω... απ' τα χρόνια του χαλκού ως σήμερα/αύριο/πάντα...μ' όσα εμπόδια κι αν τύχαιναν...το ιερό χρέος του καθενός ανθρώπου απέναντι στην Ανθρώπινη ράτσα..

Τρίτη, 9 Ιανουαρίου 2018

Λαλούντες ξωμερίτες




...ο ωραίος φίλος-διαχειριστής της σελίδας "Η φύση της Ηπείρου" https://www.facebook.com/groups/1762031357413920/ που αντάμωσα χτες τρέχοντας στην Καστρίτσα...καρτερούσε υπομονετικά με τη κάμερά του, τα πουλιά...ήμουν και γουρλής, πέρασα κι αμέσως μετά προσγειώθηκε το ξεφτέρι της photo,στο δέντρο ακριβώς αποπάνω μας...
Έβγαινε φωτογράφιζε
τα φτερωτά της φύσης
ώρες πολλές ακίνητος
σαν πέτρινος δερβίσης

σαν σούφι που σ' ασπάραγο
χορό κάτω απ' τα δέντρα
την κάμερα αγκαλιάζοντας
πρόσμενε στον αιθέρα

στον ήλιο λάλημα πουλιού
στον ίσκιο φτεροκόπι
ζωή μια χούφτα στων κλαριών
την ξύλινη μετόπη,

ζωή τού λόγου του έπαιρνε
χωρίς να καταλάβει
αγέρας ούριος τα πουλιά
κι άρμενο και καράβι

τον σήκωναν στον ουρανό
στου γρέγου τα πελάγη
ολημερίς ταξίδευε
κατέβαινε το βράδυ

γύρναγε στο σπιτάκι του
ομόρφαινε η φαμίλια
το σπίτι εγιόμιζε πουλιά
κάθε πουλί και τρίλια

τι κοτσυφάδες τι αητοί
τι σπίνοι τι πετρίτες
υψιπετείς κι αδράχτινοι
λαλούντες ξωμερίτες,

αυτός τ' απαθανάτιζε
για μιαν ιστοσελίδα
κι αυτά τού ερίχναν' μια χρυσή
αθανασίας αχτίδα

κάθε που η κάμερα έκανε
"κλικ" μες στ' αθώα του χέρια,
τι τσίχλες τι κορυδαλοί
τι σπούργοι τι ξεφτέρια...
ά. - λεύτερη Πίνδος - 9 Γενάρη του 2018

Κυριακή, 7 Ιανουαρίου 2018

Ο Άραχθος, τα Φώτα



..αγιασμός υδάτων χτες στον Άραχθο,σιμά στο γκρεμισμένο γιοφύρι της Πλάκας....ο παπάς κι οι ανθρώποι άγιασαν τον Άραχθο,ή ο Άραχθος άγιασε ανθρώπους και Σύμπαν;;;  

Παλληκαράκι ο Άραχθος κατέβαινε όλο βιάση!
Τα ρούχα του είχε απ' το πρωί ντυθεί τα πιο καλά
τα παστρικά, να 'ν' όμορφος και σένιος στο γιορτάσι 
των Φώτων , όπου τ' Άγια του θ' αγιάζανε νερά.
Κι εφρούμαζε σαν τ' άλογο που ολόρτο στο παζάρι,
τα χρυσαφένια, ολόλαμπρα, φορώντας χαϊμαλιά,
να ευχαριστήσει τον βαρύν , τηράει, τον καβαλάρη
που οκνός στρογγυλοκάθεται στη σέλλα του ψηλά,
κι επήδαε και τινάζονταν κι ωσάν θεριό εβογκούσε
'τούτος που ακόμα κι απ' αυτόν το Γιαραμπή ψηλά,
τι 'ναι ζωή κι ορμή και Φως, καλύτερα νογούσε,
έτσι που απ' τα μικράτα του, γυρνούσε στα βουνά .
Όσο που σαν συνάχτηκε στη μια, το ποίμνιο, όχθη,
το καλυμαύχι ανόρεχτα άμα φόρεσε ο παπάς,
πώς ίδια εγείρονται οι πιστοί, έτσι κι αυτός σηκώθη
ο Άραχθος καταμεσής της κρύας της ποταμιάς,
και μάρτυράς μου η πάνσεπτη η πέτρα, η γκρίζα αφέντρα
της Πίνδου, που 'ναι πάνω από ανθρώπους και θεούς,
χίλια κι ακόμη πιο ψηλά πάνω εσηκώθη μέτρα,
τόσο που η κοίτη, τούς γλαυκούς έσμιξεν ουρανούς,
κι όλοι το μέγα εθάμαξαν το υδάτινο πλοκάμι,
και πιότερο ο παπάς με μιαν απόγνωση βουβή,
που πάνω απ' Άγιους και Θεό υψωμένο το ποτάμι
τη Τζουμερκιώτικη έλουσε ολοτρόγυρα αχλή.
Κι αντίς ν' αγιάσουν τα νερά, με τους Σταυρούς οι ανθρώποι,
και με ψαλμούς και προσευχές στην ακροποταμιά,
ψάλτης, θεός κι αρχάγγελος στου αιθέρα τη μετόπη,
ο Άραχθος τούς άγιασε , τούς μέρωσε γλυκά,
πώς μερωμένα εστέκανε στις όχτες του τα δέντρα,
ψηλοί ασκητές αγέρωχοι στους άγριους τους καιρούς!
Ναι ! μάρτυράς μου η πάνσεπτη η πέτρα, η γκρίζα αφέντρα
της Πίνδου, που 'ναι πάνω από ανθρώπους και θεούς !
ά. - λεύτερη Πίνδος

Σάββατο, 6 Ιανουαρίου 2018

Δημήτρης Ξανθάκης, ο μέγας λαϊκός τραγουδιστής



 ...Δημήτρης Ξανθάκης...ένας μεγάλος ΛΑΪΚΟΣ τραγουδιστής...όπου λαϊκός=αυθεντικός.....δείτε στο βίντεο, πώς τραγουδάει/πάσχει/συντρίβεται/υψώνεται/αναλήπτεται....
...Ο λαϊκός τραγουδιστής 
σαν ανεβεί στο πάλκο 
ανοίγει ολόμαυρα πανιά 
μακρύ κινάει μπάρκο 

χίλια κομμάτια γίνεται 
συντρίβεται πονάει 
σφάζεται σακατεύεται   
μοιριολογάει βογκάει 

η όψη του αλλοιώνεται 
φοράει θανάτου μάσκα 
σαν Ναζωραίος στο σταυρό
τρεις μέρες πριν το Πάσχα 

κοιτάει το χώμα χαμηλά 
σαν να 'ναι νά 'μπει μέσα 
τόσο αληθώς που τραγουδά
με πόνο και με μπέσα 

τόσο βαρύς και κατηφής 
σαν εντελώς παράφρων 
σαν βράχος  σαν ξερόβραχος
εν μέσω ασπαλάθων, 

 πετιούνται οι φλέβες στο λαιμό 
σαν παλαμάρια μπλάβα 
το μάτι του μια πυρκαγιά 
μια πυρωμένη λάβα 

όπου κοιτάξει όπου στραφεί 
καίει χαλάει ρημάζει  
κι εκείνος στέκει απόμακρα 
σαν πεύκος μες στ' αγιάζι 

γέρνει μπροστά κλονίζεται 
κι εκεί που λες θα πέσει 
νερόμυλος υψώνεται     
μυλόπετρα ν' αλέσει 

το κάλπικο το ψεύτικο
το δήθεν το περίπου   
που αλλάζει χίλια πρόσωπα
σαν τα νερά του Ευρίπου


ο λαϊκός τραγουδιστής 
πεθαίνει-ζει πολλάκις 
όπως διά βίου έκανε 
ο Μήτσος ο Ξανθάκης. 
ά.

Παρασκευή, 5 Ιανουαρίου 2018

Στον Όλυμπο ο Χρήστος ο Κάκαλος


   (στη φωτογραφία, ο θρυλικός Χρήστος Κάκαλος, ο πρώτος ορειβάτης που πάτησε την κορφή του Ολύμπου) 

"-Τι βάρος έχει μια ζωή, 
ολάκερη αν δεν ζηέται
στα όρη;", ο γερο-Κάκαλος 
τηράει και συλλογιέται 

 αγέρωχα αγναντεύοντας
σε φόντο άσπρο και μαύρο 
 στης ορεινής κι αμάραντης
αθανασίας το κάδρο 

χρόνους ογδόντα κι εκατό 
φλέβα κρουστή στο βράχο 
σάρκινο Ολύμπιο  σήμαντρο
αντίκρυ από τον Άθω 

αθώος σαν τον άνεμο 
κι ωσάν το φρέσκο χιόνι 
κλαίει  και νυχτώνει ο ουρανός
γελάει και ξημερώνει, 

θεοί κι αγρίμια απ' αυτόν 
παίρνουν κι ακούνε διάτες  
αυτός χαρίζει νόημα
αυτός ανοίγει στράτες 

με το γοργό το πάτημα 
και τ' αλαφρύ λαούτο,  
τ' άλλα φενάκη πλουμιστή 
πλάνη στον κόσμο ετούτο  

με τ' άχρηστα μαλάματα 
και τις χρυσές βιτρίνες 
που γιόμισε απ' αγάλματα 
κι εστέρεψε από μνήμες,

μονάχα ο γερο-Κάκαλος 
ο ζωντανός ο βράχος
μονάχα του Όλυμπου ο τρανός 
ισόβιος ξωμάχος 

δίνει στον τόπο που πατεί 
βάρος αξία κι αίμα , 
τ' άλλα συντρίμμι στον καιρό
καπνός κι αχός και ψέμα, 

 μονάχα ο γερο-Κάκαλος 
με τ' αλαφρύ λαούτο 
 και την αλήθεια των βουνών
βαρύ κι αιώνιο ρούχο. 
ά. - λεύτερη Πίνδος - 5 Γενάρη του 2018



Αν δεις το χάραμα πουλιά


Αν δεις το χάραμα πουλιά
στον ύπνο το βαθύ σου
στην ήσυχη την ξαστεριά
στη δίσεχτη ζωή σου

κοίτα  καλά όσο μπορείς  
κι αν  είσαι ανάμεσά τους 
κι αν  είσαι στάλα της βροχής 
στα μαύρα τα φτερά τους 


φυλάξου από του Σκοτεινού 
του Κυνηγού τη σφαίρα 
πουλάκι της πικρής βροχής 
του ματωμένου αγέρα 


πέτα μακριά πέτα ψηλά 
πέτα γοργά και πάνω
να σ' αγκαλιάζω μια φορά 
κι εφτά να μη σε φτάνω. 
ά. - λεύτερη Πίνδος

Στου βοριά το φιλιατρό



Τα παιδιά που 'χαν καρδιά 
 πυρωμένο σίδερο
έχουν πάρει τα βουνά  
ύπνο νά 'βρουν ήμερο 

στου βοριά τα φιλιατρά 
στ' ουρανού το διάσελο 
στέλνουν σήματα μακριά
να γυρέψουν άσυλο   

στη μεγάλη αποθυμιά 
στ' όνειρο που χάθηκε 
στων προγόνων την παλιά 
δρόσο που εμαράθηκε. 
........................................
Τα παιδιά που 'χαν καρδιά 
πυρωμένο σίδερο, 
μες στον πλαστικό ντουνιά 
τον σκληρό κι ανήμερο  
  
σ' άσβηστη πικρή φωτιά
μέρα-νύχτα καίγονται 
δυο σταγόνες μοναχά 
λευτεριάς ορέγονται 

στη μεγάλη αποθυμιά 
στ' όνειρο που χάθηκε 
στων προγόνων την παλιά 
δρόσο που εμαράθηκε. 
ά. - λεύτερη Πίνδος - 5 Γενάρη του 2018

Σάββατο, 30 Δεκεμβρίου 2017

"Ξύπνα, καλέ μου, πήγε εφτά..."






...Ζωή που πνέεις μονάχα μια
φορά γλυκά στα στήθια ,
εκειός που από τα κέρατα
δεν σ' έπιασε σφιχτά

να σε τραντάξει  σαν τρελός
να σ' ανεμοκουνήσει 
να σου ρουφήξει ακόπαστα
μεδούλι και χυμούς

θά 'ρθει η στιγμή -πικρή στιγμή-
στ' αγύριστο ταξίδι
ψηλά στο μαύρο τ' άρμενο
να κλάψει σαν παιδί

μα θα 'ναι αργά πολύ αργά
και πια παιδί δεν θα 'ναι
και θα 'ναι όσα δεν έζησε
μαχαίρια στην ψυχή

τραγούδια μελαγχολικά
στον παγερό αγέρα
μικρούλια Φλεβαριάτικα 
ανθάκια μυγδαλιάς 

δρολάπι που τα εξάπλωσε 
νεκρά μεμιάς στο χώμα,
ζωή που πνέεις σαν της μητρός
το χνώτο το ζεστό

σαν σκύβει πάνω μας γλυκά
σαν είμαστε παιδάκια
"ξύπνα, καλέ μου, πήγε εφτά,
ώρα να πας σχολειό"

κι όσο να πάει εφτάμισι
κι οχτώ κι εννιά και δέκα
μαύρη γινόμαστε αστραπή
και σκοτεινό νερό.
ά.











Πέμπτη, 28 Δεκεμβρίου 2017

Δυο ταλληράκια εβάσταγε



photo:Απόστολος Βαλμάς
Δυο ταλληράκια βάσταγε 
στις τσέπες του μονάχα 
να πιει καφέ στο μαγαζί 
απάνω στα βουνά 

 κι ωστόσο σαν αντίκρυσε 
τα κορφοβούνια ομπρός του 
ένιωσε κοσμοκράτορας 
πλούσιος και βασιλιάς 

τα χέρια άνοιξε διάπλατα 
κι έσκουξε σαν παιδάκι
που δέσμιο τον εβάσταγε 
στα χαμηλά η ζωή

ήθελε να τον είναι εκεί 
χειμώνα καλοκαίρι 
εικόνισμα στο διάσελο 
κεράκι στο βοριά 

να καίγεται να υψώνεται 
να λειώνει και ν' αγιάζει 
ώσπου να γίνει του βουνού 
ψαλμός κι ανασασμός, 

τι άλλο να 'ταν η ζωή 
κι η αθανασία τάχα; 
..Δυο ταλληράκια εβάσταγε 
στις τσέπες μια ζωή. 
ά. - λεύτερη Πίνδος - 28 Δεκέμβρη του 2017

Η Ρωμιοσύνη





Απ' τα βουνά κατέβαινε
φορτσάτη η Ρωμιοσύνη 
ζάρκη* χωρίς μαλάματα 
λούσα και χαϊμαλιά 

βάσταγε παραμάσχαλα
κλαρίνο και λαούτο
κι ατάραχη ροβόλαγε
στη μαύρη καταχνιά

μάνα του Μεγαλέξαντρου
και του Καραϊσκάκη 
του Περικλέους του Μπότσαρη
του γέρου του Μοριά

με το κλαρίνο τ' αλαφρύ
και το βαρύ λαούτο
να πέμπουν πεντατονικά
θούρια στον ουρανό

κατέβαινε, Νεμέρτσικα
Τζουμέρκα Μακρυνόρος,
εκεί στο Ρίο στη θάλασσα
στα πικροχαμηλά

ο άνεμος τής έφερνε
βιολιά της Εσπερίας
φραντσέζικα σαξόνικα
κι αμερικανικά,

"στον τόπο ωρέ" τούς φώναζε 
και πέτρωνε το κύμα
κι εδιάβαινε στη ράχη του
πώς διάβηκε ο Χριστός

 ορθάτη κι αετομάτισσα
 να φτάσει ως τη Γαύδο
με τη  γαλάζια μπόλια της
πανάκι στο βοριά

με το κλαρίνο τ' αλαφρύ
και το βαρύ λαούτο
να σκίζουν να λιγώνουνε
του κόσμου τα βουνά.
ά. - λεύτερη Πίνδος -28 Δεκέμβρη του 2017

1 ζάρκος=γυμνός, ελαφρά ντυμένος, στα Ηπειρώτικα. Πιθανότατα σλαβικής προέλευσης λέξη.

Τετάρτη, 27 Δεκεμβρίου 2017

Στέφανος Σκοπούλης, ο γιατρός των φτωχών κι αδυνάτων, ο Άγιος των βουνών





...του Αγίου Στεφάνου......οι αληθινοί Άγιοι, πέρασαν απ' τη Γη, ένα με τη φτωχολογιά, κι έφυγαν πάνω σε βουνό...<Στέφανος Σκοπούλης(1951-2016):ο γιατρός-καρδιολόγος των φτωχών/αδυνάτων, ο αγνός φυσιολάτρης/ορειβάτης, ο Άγιος των βουνών>...http://katoci.blogspot.gr/2017/02/blog-post_43.html 

Κατά τον ήλιο ανέβαινε  
ο Στέφανος Σκοπούλης  
ορειβατών αρχάγγελος
στην κόψη του βουνού

στις Σβάρες και στα σύννεφα 
και στο Ελευθεροχώρι 
στην Άγια Μαύρα απόπερα
κρέμονταν στους γκρεμούς

κι είχε στις απαλάμες του 
και στο βαρύ δισάκι 
καρδιές να βγούνε στα βουνά 
να βρούνε γιατρειά

"-Γιατρέ, του λέει ο άνεμος, 
δεν έχει παραπέρα,
εδώ είν' του κόσμου σύνορο
το 'φραξε ο Γιαραμπής"

"-Ενδορφινών παραίσθηση" 
ψιθύρισε ασθμαίνων 
κι εγέλασαν τα μάτια του 
τα μελαγχολικά

κι ανέβαινε κι ανέβαινε 
κι εγιόμιζαν αγέρα  
δυνάμωναν γιατρεύονταν 
μες στον τορβά οι καρδιές  

καρδούλες μαραζιάρικες
χωρίς στον ήλιο μοίρα 
φτωχούλες κι ερωτιάρικες
που δίψαγαν ζωή


εκεί σιμά στην κορυφή 
που κόβονταν οι στράτες 
δρασκέλισε τα σύννεφα 
αθάνατος νεκρός 

άμα χιονίζει και φυσά 
το Στέφανο ενθυμείστε
 των αδυνάτων το γιατρό
τον Άγιο των βουνών. 
ά.  - λεύτερη Πίνδος - 27 Δεκέμβρη του 2017/του Αγίου Στεφάνου


Δευτέρα, 25 Δεκεμβρίου 2017

Τα φαρμακεία του έθνους


 Τα δυό διανυκτερεύοντα 
του έθνους φαρμακεία  
τα μάθαμε στ' ορθάνοιχτο 
της Πίνδου το σχολειό: 

Διονυσίου Σολωμού  
-Ζακυνθινού- το πρώτο
γωνία Ξανθούλας δεκαεφτά  
κι Αλαφροϊσκιωτου

είχε κυρίως οξυζενέ
γάζες και σουφλαμίδες 
για εθνικά κατάγματα
για πτώσεις εθνικές 

αντιβιώσεις για σκλαβιές 
 και κρατικές πτωχεύσεις
-συλλογικά γιατρέματα
ιάσεις μαζικές- ,

Παπαδιαμάντη Αλέξανδρου 
το δεύτερο -Σκιαθίτου-  
τέρμα ζερβά κι αφώτιστα
Φαρμακολύτριας  

αυτό δεν είχε τίποτα 
σε κοίταζε στα μάτια 
ο γέρων φαρμακοποιός 
με τας χλωμάς παρειάς,

και βαθυτάτη συντριβή 
κι ωραία χαρμολύπη 
στα στήθη ενσταλαζόμενος 
έβγαινες ελαφρύς 

δρολάπι κρύο ανάσαινες 
επάτεις μαύρο χώμα 
γειώνοσουν με θάνατο 
έρωτα και ζωή 

"τα ρέστα σας ,εφώναζε, 
κύριε" οπίσω ο γέρων 
δυο μίσχους αγιορίτικης 
κραδαίνοντας δρυός.  
ά. - λεύτερη Πίνδος - Χριστούγεννα του 2017







Χριστός γεννάται σήμερον


(...Χριστός γεννάται σήμερον...) 

Μελισσοκέρι χιώτικο
ανάσα στην καπνιά
το καρελάκι άναβε
ο πατέρας στη φωτιά 


στη Ντόιτσε Βέλε ο Λεοντής
τα κάστανα στη στιά
λιβάνι η φτώχεια ετύλιγε
τους τοίχους στοργικά 

Χριστός γεννάται σήμερον
γονάτιζε σκυφτά
το σπίτι και στις κάμαρες
εχιόνιζε χαρά 

το 'στρωνε χάμω μιαν οργιά
και τρεις μες στην ψυχή
ποτέ να μην πεθάνουμε
να 'μαστε όλοι μαζί 

τώρα οι μισοί απομείναμε
στην καμαρούλα ορθοί
στο χώμα οι άλλοι αγέρωχοι
τσαπίζουν τη σιωπή 

τη ρίζα την απέθαντη
τη μνήμη τη βαριά
Χριστός γεννάται σήμερον
το σπίτι τραγουδά.
ά. - λεύτερη Πίνδος - 24 Δεκέμβρη του 2017

Κυριακή, 24 Δεκεμβρίου 2017

Χόρευε στη βροχή...




Έβγαινε τ' απογεύματα 
χόρευε στη βροχή 
την έπαιρναν τα αίματα 
κι οι μαύροι ουρανοί 

"-Πού πας, μικρή, πού χάνεσαι 
 πού λείπεις συνεχώς;"
"-Εκεί που κλαις κι αισθάνεσαι
τον πόνο καθενός!" ,

μια μέρα στροβιλίστηκε 
σαν ίσκιος στη βροχή 
του Γαλαξία λιμπίστηκε 
την άσωστη σιωπή, 

κι ανέβαινε κι ανέβαινε  
εφτά κι οχτώ ζωές  
κόμπο το γραίγο έδενε 
με τις βουνοκορφές 

και τα ηλιοβασιλέματα  
με τ' άστρου τη σιγή,
έβγαινε τ' απογεύματα 
χόρευε στη βροχή,  

"-Πού πας, μικρή, πού χάνεσαι 
πού λείπεις συνεχώς;" 
"-Εκεί που κλαις κι αισθάνεσαι 
τον πόνο καθενός..." 
ά. - λεύτερη Πίνδος - 24 Δεκέμβρη του 2017







Το Τσίρκο Της Ουτοπίας



Φόραγε αμπέχωνο παλιό 
κι έβγαινε κάθε εκάστη 
οχτώ με δύο στον ουρανό 
και τρεις μ' εννιά στο άστυ,  

γνωρίστηκε με τρεις αητούς
με πέντε βουκαμβίλιες
και μ' έξι άστεγους τρελούς
άυπνους νύχτες χίλιες 

οίτινες επί κεφαλής 
σκύλων , δίκην αιπόλων,  
ξέραν' τ' αδέσποτα της Γης 
και των αστέρων όλων,

κι οργάνωσε με τον  καιρό 
της Ουτοπίας Το Τσίρκο 
πίσω απ' τον τρίψηλο παλιό 
της συνοικίας τον τοίχο  

 μ' οχτώ δεκάρες έμπαινες   
να δεις το γκραν φινάλε 
με  δεκαπέντε έβγαινες
αθάνατος και βάλε. 
ά. - λεύτερη Πϊνδος - 23 Δεκέμβρη του 2017

Σάββατο, 23 Δεκεμβρίου 2017

Βουλιαράτι



...Πήγαινα το δρόμο-δρόμο 
Χάιδω χαϊδεμένη 
 σε βαρύν και στέρφο τόπο
σε ραχούλα ξένη 

πίσω χιόνια 'μπρός αγκάθια 
φτάνω Βουλιαράτι 
στου καφέ τα κατακάθια 
νυφικό κρεββάτι 

πέτρα ασιούκωτη στον ώμο 
στράτα ματωμένη, 
πήγαινα το δρόμο-δρόμο 
Χάιδω χαϊδεμένη. 
ά. - λεύτερη Πίνδος - 23 Δεκέμβρη του 2017