Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 16 Απριλίου 2018

Στον Άραχθο ο Μήτρο-κλώνης



...οι παλιότεροι Τζουμερκιώτες θα θυμούνται το Μήτρο-κλώνη απ' το Λοζέτσι (=Ελληνικό), μονάχο του-ολομόναχο  να τριγυρνάει σαν ξωτικό ,πότε σαν ίσκιος στα Τζουμερκοχώρια, πότε σαν Αη-Γιάννης Πρόδρομος  στο πλάι τ' Αράχθου...

Χρόνια της μοναξιάς το φως
άγιο τον είχε κάνει  
πήγαινε κάθονταν σκυφτός 
στην άκρη στο ποτάμι  

"ποτάμι δέξου πάρε με 
ποτάμι αμάν αμάνα 
αγκάλιασέ με βγάλε με 
στη θάλασσα τη μάνα" 

τι να τον πάρει ο ποταμός 
ταξίδι του θανάτου 
που  'ταν Αη-Γιάννης Πρόδρομος 
 στην άκρη στα νερά του 

 "αύριο του  'λεγε αύριο 
 την Πασχαλιά την άλλη
δρολάπι  να  'χω άγριο 
κατεβασιά μεγάλη"

πέρασαν χίλια τέρμινα  
στέγνωσε το ποτάμι 
αυτός εκεί μες στα βουνά 
γιόμα πρωί και βράδυ 

"ποτάμι δέξου πάρε με 
ποτάμι αμάν αμάνα 
αγκάλιασέ με βγάλε με 
στη θάλασσα τη μάνα",

 στα ύφαλα της ξαστεριάς 
έβγαινε πυροφάνι  
εφτά αιώνες  μοναξιάς
θεό τον είχαν κάνει,

τ' άφηναν κάνα Σάββατο 
 κάστανα και καρύδες
στης ερημιάς του τ' άβατο 
οι άγγελοι κι οι βίδρες... 

ά. - λεύτερη Πίνδος

Κυριακή, 15 Απριλίου 2018

Αλονζανφάν





Επέθανε ο Βιτόριο Ταβιάνι 
γαλήνιος στα ογδόντα οχτώ του πράος, 
"-Ο Καίσαρας -ω!-Πρέπει Να Πεθάνει* 
στης αρμονίας ν' αναληφθεί Το Χάος**" 

ψιθύρισε ,και τον Πατέρα Αφέντη*** 
 πέταξε νά 'βρει στ' άυλα τα τεμένη
χορτάτος απ' της Τέχνης τ' άγιο αψέντι 
τ' αψέντι που τρελαίνει κι ανασταίνει , 

κι εμείς που χρόνια δίπλα απ' τον Τσιοκάνη 
θρέφαμε με Ταβιάνι τα όνειρά μας, 
"-Επέθανε ο Βιτόριο Ταβιάνι" 
λέμε και καρτερούμε τη σειρά μας :

αχνόφεγγη  Η Νύχτα Του Σαν Λορέντσο****  
 τα ωχρά τα βλέφαρά μας θα σκεπάσει
κι "-Αλονζανφάν***** σφυρίζοντας με σκέρτσο 
θ' αδερφωθούμε αιώνια με την Πλάση  

1,2,3,4 : «Πατέρας Αφέντης» , «Ο Καίσαρας πρέπει να πεθάνει»  , «Η Νύχτα του Σαν Λορέντσο», «Το Χάος», "Αλονζανφάν" : ταινίες -αριστουργήματα των αδερφών Ταβιάνι.

ά -15 Απρίλη του 2018-πέθανε σήμερα ο Βιτόριο Ταβιάνι, συντροφευτής και  Πλάστης των εφηβικών μας ονείρων, στην κινηματογραφική αίθουσα "Ορφέας", δίπλα στον Τσιοκάνη,στα Γιάννενα του '70 και του '80-λεύτερη Πινδος


Απόπασχα, οι χριστιανοί...



Απόπασχα* , βαριοί απ' τη γιορτινή 
ραστωνη κι από τα λουκούλεια γεύματα, 
σ' απύθμενη νιρβάνα οι χριστιανοί 
βουλιαζουν τ' Απριλιάτικα απογεύματα, 

την ώρα που δυο μέτρα παρακεί 
του κεφαλαιοκράτη το εκατόχειρο 
γεράκι, σφάζει κι αίμα η κάθε αυγή
τον Ασιάτικο γιομίζει αυλογυρο, 

άλλος θεός εκεί.Οι χριστιανοί 
σε θεία νιρβανα πέφτουν τ' απογεύματα,               
απόπασχα, βαριοί απ' τη γιορτινή 
ραστώνη κι από τα λουκούλεια γεύματα  

* απόπασχα : μετά το Πάσχα (αλλιώς : απόλαμπρα, εξώλαμπρα, 
ξέλαμπρα,ξέπασχα, ξώλαμπρα, ξώπασχα)

ά -15 Απριλη του 2018-οι Σιωνιστές βομβάρδισαν τη Συρία, νεκροί σωρός. 

Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2018

Εν αρχή ην η Πίνδος


"...εν αρχή ην η Πίνδος με τις κορφές τους γκρεμούς κι όλα της τ' αγριμάκια" ψιθύριζε η Όστρια -χρόνια- στ' αυτί και στο γαίμα του...
ΜΟΥΡΓΚΑΝΑ
...Το μήνα, δυο και τρεις φορές, τη νύχτα, στη Μουργκάνα
σκάλωνε, πάαινε-βάραγε των άστρων την καμπάνα,
τ' αραχανοϋφαντο έσειε της Όστριας θυμιατήρι,
λειτούργαγε στα διάσελα κι εγύρναγε να γείρει
τη χαραυγή στα Γιάννενα, γλυκά αποκαμωμένος,
απ' ομορφιές κι απ' ευωδιές χιλιοπλημμυρισμένος,
με την αστροφεγγιά στο χωλ και το τρελό τ' αηδόνι,
και λύκους τρεις να τον φυλάν' απόξω απ' το μπαλκόνι...
ά. - λεύτερη Πίνδος

Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2018

Η επανάσταση της χλωροφύλλης



 ...ένα σχολειό με πολλά (εδώ φαίνονται μοναχα τα πέντε) δέντρα στην αυλή, όπου αρχινάει η επανάσταση της χλωροφύλλης σαν βγει ο χειμώνας,και με τοίχους ζωγραφισμένους απ' τα παιδιά....το βλέπω κάθε πρωί που ξυπνάω, και μου θυμίζει πώς πρέπει να 'μαι : άκακος σαν κι αυτά τα κλαράκια, και φωτεινός σαν τα χρώματα σ' αυτές τις 2 λαμπρές ζωγραφιές....τα -ανοιχτά στην κοινωνία- σχολειά του μέλλοντος, θα 'ναι μια ολοκληρωτική,διαρκής και βαθιά σπουδή στη μάνα-φύση και στην παρηγορήτρα-Τέχνη... ένα πεδίο πλήρους κι άνευ όρων υποταγής της ύλης-μαμμωνά και της πονηριάς στο πνεύμα και στην αγαθότητα:
Θα 'χει εξουσία η χλωροφύλλη
θα 'χουνε λόγο τα πουλιά,
από το χάραμα ως το δείλι
θα τραγουδάνε τα παιδιά
θα ζωγραφίζουνε θα γράφουν
ποιήματα για τον Έρωτα*
δασκάλους και προφήτες θα 'χουν
τα πάνσοφα αφανέρωτα
πνεύματα του γλαυκού του αιθέρα
απάνω απ' τα ψηλά βουνά,
θα ΄ναι γιορτάσι η κάθε μέρα
ψαλμός του αγέρα κι ωσαννά,
άγγελοι απ' τη σκεπή θα μπαίνουν
κοκκινολαίμηδες σωρό
κι ωσάν στην Ιεριχώ θα εκπέμπουν
σάλπισμα μέγα εαρινό
σκόνη και θρύψαλα η Βαστίλη
του Μαμωνά να ξεψυχά,
μόνη ουσία κι υπέρτατη ύλη
να αναδύεται κραταιά
η δρόσος της ζωής στα χείλη
τ' αμάραντα τα παιδικά,
θα 'χει εξουσία η χλωροφύλλη
θα 'χουνε λόγο τα πουλιά.
ά. -4 Μάρτη του 2018- λεύτερη Πίνδος
1.ο Έρωτας όπως τον ορίζει ο Ευριπίδης : ως δύναμη που μπορεί να οδηγήσει στην αρετή/αρμονία

Κυριακή, 4 Μαρτίου 2018

Ο Αρχάγγελος-χτίστης




...τούτο το κτίριο στέγασε το Β' δημ. σχολειο Μιχαλιτσίου...ως μισός Μιχαλιτσιώτης (η μάνα του πατέρα μου, Μαρία Καλαμπόκη ήταν Μιχαλιτσιώτισσα), το ονειρεύομαι  "Μουσείο ανώνυμου Τζουμερκιώτη χτίστη και δασκάλου"...μ' αυτή τη σειρά : πρώτα ο χτίστης και μετά ο δάσκαλος....και μ' εκθέματα "μαστορίστικα" και "δασκαλίστικα", δίπλα-δίπλα:παλιά εργαλεία Μιχαλιτσιωτών χτιστάδων, πένες/βιβλία κ.λ δασκάλων που δασκάλεψαν στο Μιχαλίτσι,φωτογραφικό υλικό...  να καταδεικνύεται η αλληλεπιδραση  δασκάλων και χωριανών....ψηλά και μπροστά ο άνθρωπος του μόχθου....στην περίπτωσή μας που μιλάμε για ένα χωριό (Μιχαλίτσι) που έβγαλε ταπεινούς χτίστες-μαστόρους-αρχαγγέλους που άνοιξαν φτερά παντού κι έχτισαν και στόλισαν και μεγαλούργησαν,αυτοί οι χωριανοί-άνθρωποι του μόχθου-χτίστες, κυριολεκτικά σμίλευαν-"έχτιζαν" το δάσκαλο στα (μεγάλα) μέτρα τους...ο δάσκαλος, έχοντας να κάνει μ' αυτούς τους  πέτρινους φτωχούς βουνίσιους γίγαντες-χωριανούς-ανθρώπους του μόχθου ,έπρεπε να γίνει σπουδαίος κι ισοϋψής μ' αυτούς, υπηρέτης, άλαλος μαθητής των θαυμάτων και της σειράς που θέλει το Ταπεινό κι άρα Υψηλό στην πλήρη  άγνοια της μεγαλοσύνης του,να προπορεύεται να οδηγεί και να φέγγει...μια άλλη Ελλάδα, λουσμένη στο φως της πέτρας τ' άσβηστο και το αιώνιο.... 
  ...Νυν και αεί, πέννα μυστρί 
βιβλίο πηλοφόρι  
κοπίδι πίνακας χαρτί
τριμμένο πανωφόρι  

παντιέρες που κυμάτισαν 
ψηλά ψηλά στην Πίνδο 
κι αγάλια αγάλια σ' έσπρωξαν 
Πατρίδα, λίγο-λίγο   

να πας μπροστά να πας ψηλά
 να απαλοκρούξεις τ' άστρα
να φας ψωμί γλυκό ψωμί 
στου ηλιάτορα τη γάστρα. 
................................
Στο δεύτερο δημοτικό 
σχολειό Μιχαλιτσίου 
κατέβηκε ένα δειλινό
Αρχάγγελος Κυρίου  

Αρχάγγελος απ' τα βουνά 
κι απ' τους παλιούς αιώνες 
κι όχι απ' τα τέμπλα τα βαριά 
με τις χρυσές εικονες  

Αρχάγγελος με γυριστή 
παλιά λερή τραγιάσκα 
με πηλοφόρι και μυστρί 
και σιδερένια μπράτσα  

 Αρχάγγελος και μάστορας
Μιχαλιτσιώτης χτίστης  
της άγιας Τζουμερκιώτικης 
αιώνιας πέτρας μύστης 

και μες στ' αχνό και γαλανό 
σούρουπο μάνι-μάνι 
έφκιασε ετούτο που ιστορώ
τ' αλλόκοτο χαρμάνι : 

έβαλε του τρελού αηδονιού
 το λάλημα τ' αλέγρο
το βογκητό του ποταμού
το θρόισμα απ' τον κέδρο 

τον ίδρωτα απ' τους πάμφτωχους 
του μόχθου τούς αρχόντους 
και τον αχό απ' τα μνήματα 
με τους σοφούς γερόντους  

έβαλε και τη μάνητα
 του μαύρου του θανάτου
δεμένη με την άλυσσο 
του Μεγαλοσαββάτου   

έβαλε και τον κατιφέ
πού 'χει ευωδία τόση
απ' τη Στρογκούλα πάνωθε  
πριχού να ξημερώσει  

κι έφκιασε έναν δάσκαλο
μεράκι που 'χε άγιο 
ζεστή φωνή στεντόρεια  
κι αδάμαστο κουράγιο  

ο δάσκαλος είχε φτερά 
ωσάν τον κρύο αγέρα 
πότε σε τούτο το σχολειό 
πότε στο παραπέρα   
πότε στον πάνω μαχαλά 
πότε στον άλλον πέρα 

χρόνους πολλούς δασκάλευε 
μέρα με την ημέρα  
μες στον Μιχαλιτσιώτικο
μαϊστωρ τον αιθέρα 

πότε Ντόκα* τον λέγανε 
πότε Παπαγεωργίου* 
πότε Λαμπρίδη*  πότε Μή-
τσο Παπαδημητρίου*
  
μα πάντα ο ίδιος ήτανε 
δάσκαλος των βουνών 
των ταπεινών και των φτωχών 
των "παρακατιανών" : 

ο δάσκαλος που 'φκιασε ο 
Αρχάγγελος Κυρίου 
στο δεύτερο δημοτικό 
σχολειό Μιχαλιτσίου 
  
ο μάστορας-Αρχάγγελος
με τη λερή τραγιάσκα 
και τα Μιχαλιτσιώτικα 
τα σιδερένια μπράτσα. 
.............................. 
Νυν και αεί, πέννα μυστρί 
βιβλίο πηλοφόρι 
κοπίδι πίνακας χαρτί 
τριμμένο πανωφόρι        

παντιέρες που κυμάτισαν 
ψηλά ψηλά στην Πίνδο 
κι αγάλια αγάλια σ' έσπρωξαν 
Πατρίδα, λίγο-λίγο   

να πας μπροστά να πας ψηλά
 να απαλοκρούξεις τ' άστρα
να φας ψωμί γλυκό ψωμί 
στου ηλιάτορα τη γάστρα.
 ά.
  
*Ντόκας, Παπαγεωργίου, Λαμπρίδης, Παπαδημητρίου (Μήτσος<Δημήτρης) : δάσκαλοι που δασκάλεψαν στα  σχολεία των μαχαλάδων του Μιχαλιτσίου, χωριού της γιαγιάς μου(μάνας του πατέρα μου) Μαρίας Καλαμπόκη 

Σάββατο, 3 Μαρτίου 2018

Στης φτώχειας τ' άγιο αλώνι



...Β' ΔΗΜ. ΣΧΟΛΕΙΟ ΜΙΧΑΛΙΤΣΙΟΥ...1959...
...Μάτια κι αυτάκια εκατό
πενήντα προσωπάκια
στην Όστρια καραβόπανα
στον ήλιο αλογατάκια
να πιλαλάν' νυχτόημερα
στης φτώχειας τ' άγιο αλώνι
στον κέδρο στον ασπάλαθο
στη λάσπη και στο χιόνι,
κι ο δάσκαλος γονατιστός
με το λεπτό μουστάκι
και το σακάκι το παλιό
λειωμένο μπαϊράκι
αθώος κι άοπλος στρατός
βουνίσια διμοιρία
στης πέτρας το αιώνιο φως
και στην αθανασία
Δεκέμβρης του πενήντα εννιά
ψηλά-ψηλά στην Πίνδο
Ελλάδα πέτρινη παλιά
που εσβήστης λίγο-λίγο
ξεθωριασμένο κι άψυχο
ασπρόμαυρο συντρίμμι
στης μνήμης τ' άγρια τα βουνά
στης λήθης το καμίνι.
ά. - 3 Μάρτη του 2018-λεύτερη Πϊνδος

Κυριακή, 25 Φεβρουαρίου 2018

Ο δρομέας



Εφτά χιλιάδες λεύγες
βαθιά μέσα στις φλέβες
του εντός μου-αγνώστου δαίμονα,
κάτι στοιχειά αρχέγονα

παράξενα κι αγέρωχα
ατίθασα κι αμέρωτα
βογκούν κι εκστασιάζονται,
μα νά 'βγουν έξω σκιάζονται, 


κι αφού δεν τα εξουσιάζω
μεθύσι αλλιώτικο τούς τάζω
να τούς περάσω χαλινά
για μια στιγμούλα μοναχά

μπας και μου πουν τ' ανείπωτα
τ' άγνωρα και τ' ανείδωτα,
τούς τάζω μέθη μ' άγιο ιδρώτα
απ'  των μυώνων μου τη ρότα , 


με του δρομέα το ρυθμό
διαβαίνω πάνω απ' τον ισθμό
της άχαρης βραδύτητας 

στης κάθιδρης ταχύτητας
τα ύδατα τα χωρικά
τ' απύθμενα, τα φωτεινά,
και πάω γοργά κι αντέχω
και λάμπω καθώς τρέχω,  


και μες στις σάρκινες τις κρύπτες
αντάρτες-λαγονοψοϊτες
αχίλλειοι σφόδρα τανυσμένοι
και γαστροκνήμιοι ορθωμένοι
δικέφαλοι έσω μηριαίοι
σωματοφύλακες ωραίοι
στέκουν γύρω απ' τους τένοντες ορθοί
και παραλύουν του Χρόνου οι αρμοί , 


και πάω γοργά κι αντέχω
και νιώθω καθώς τρέχω
να μου κεντά τη φτέρνα,
της Έκστασης η σμέρνα,

κροτούν οι μήνιγγες τρελά
παφλάζουν μέσα μου βαθιά,
της Έμπνευσης τα κύματα
Αγγελικά γεννήματα,
αισθήματα πρωτόγνωρα,
μεστά και γενναιόδωρα ,
και πάω γοργά κι αντέχω
και λάμπω καθώς τρέχω,

παράδεισοι αιωρούμενοι,
στον ίδρο μου πλεούμενοι,
μες στις αυλαίες των ματιών μου,
γνέθουν τ' αλλιώτικο ποιόν μου,

στο στάσιμο παρόν εισδύω,
κάθιδρος το διακορεύω,
στην κόπωσή μου επενδύω,
σ' ωραίους Τόπους ταξιδεύω , 


κι όπως χτυπά τη γη γοργά
το στιβαρό μου πόδι
ξυπνάει εντός μου τη βαθιά,
τη φύση τη ζωώδη ,

γίνομαι ελάφι, αητός και σκύμνος
και δαίμονας ωραίος
και το λαχάνιασμά μου ύμνος,
στου σώματος το κλέος ,

και μες στο σώμα τ' ανθηρό,
το σώμα τ' αρχαγγελικό,
φέγγει ένα πνεύμα ζωηρό,
άμοιαστο, σφόδρα αιρετικό,

κι ως σάρκινη ρομφαία,
κινούμενη κι ωραία
στα δυο την Πλάση σκίζω
και τ' Όμορφο ορίζω
και πάω γοργά κι αντέχω
και λάμπω, καθώς τρέχω, 


κάτι νεράιδες-ενδορφίνες
βαθιά στης Έμπνευσης τις δίνες
βγαίνουν με βελονάκια μυστικά
θαύματα να κεντήσουνε χρυσά
μες στου κορμιού την αλαβάστρινη αλκή
οπού 'χει κράτος κι εξουσία η ζωή.
ά. - λεύτερη Πίνδος

Σάββατο, 17 Φεβρουαρίου 2018

Το ζεμπέκικο του Μακρυγιάννη



 ...Βραδιάζει στα Εφτάνησα
νυχτώνει στο Μοριά,
τα νιάτα σου πουκάμισα
σκισμένα στο βοριά,
πέντ'-έξι μεροκάματα
το μήνα -το πολύ-
χαμένα πάν' τα γράμματα
κι η Φιλοσοφική,
σφράγισες διαβατήριο
για την Αμερική,
η μάνα δηλητήριο,
φαρμάκι η αδερφή,
σκυλί η πατρίδα που λυσσά
μ' αλλότρια λουριά.
Βραδιάζει στα Εφτάνησα
νυχτώνει στο Μοριά.
ά.

Κυριακή, 11 Φεβρουαρίου 2018

Η Γλώσσα μου η ελληνική



...παγκόσμια μερα Ελληνικής Γλώσσας χτες...αν ήταν να δώσω μ' ενα τραγούδι μονάχα να καταλάβει ένας ξενόγλωσσος το μεγαλείο της ελληνικής γλώσσας, θα τον ανεβαζα σε μια κορφή της Πίνδου με θεα ως κατω τον Αμβρακικό, και θα του 'βαζα ν' ακούσει το τραγούδι αυτο του Ελύτη και του Μίκη,πρώτα μοναχα να τ' ακούσει και μετά θα του το μετεφραζα...
 
Τη Γλώσσα μου τη σπούδασα,
χρόνους τριάντα-δυό,
με κυπαρισσομόλυβα,
στης Πϊνδου το σχολειό :
το "άλφα" στ' αστρανάμματα,
το "βήτα" στο βοριά,
το "λάμδα" στις λυκοποριές,
το "ρο" στη λυγαριά.
Άι, λυγαριά κορμάκι μου,
που μ' έβγαζες ψηλά
στα χίλια μέτρα κι έπαιρνα
γλυκιά κεροδοσιά,
στ' άστρου την αθεμέλιωτη
την πέτρινη εκκλησιά . . . !
..............................................
Τη Γλώσσα μου την έμαθα
στης Πίνδου το σχολειό :
Το "γάμα" στην αστροφεγγιά,
το "νι" στον κεραυνό,
το "κάπα" στον αδιάβατο
του Βίκου τον γκρεμό :
Άι,όνειράκια μου γκρεμοί,
να πέφτει το κακό
της μοίρας τ' άγριο στοιχειό
και το θανατικό,
να πέφτουν να τσακίζονται,
σαν σπούργος να περνώ,
μονάχα με τραγούδισμα,
ψωμάκι και νερό . . . !
..............................................
Τη Γλώσσα μου μελέτησα
στης Πίνδου το σχολειό :
Το "έψιλον" στην ερημιά
τ' άμβωνα του βουνού,
το "πι" στα πετρογέφυρα
τ' Αώου ποταμού.
Άι, αίμα ποταμάκι μου
κόκκινο κι αχνιστό,
σοφόν κι αλαφροϊσκιωτο,
χρόνους τριάντα-δυό,
μ' αρμένισες στου Κόζιακα
το πετροπέλαγο :
Τι γοργονίτσες-άσματα !
Τι στιχοδέλφινα !
Τι δεκαπεντασύλλαβοι !
Τι λόγια πέτρινα !
Κι από τα πάνω, βρόχινο
Θεούλη φίλημα,
έσταζε ο πετροκότσυφας
γλυκά το ποίημα :
-Τιτίβ-τιτίβ και δόξα σοι
αμάραντε βοριά!
Δόξα στον Πόνο Τ' Άνθρωπου,
δόξα και στα βουνά,
που 'χουν τη μπέσα του φτωχού,
το μπόι τ' ουρανού,
την αγιοσύνη του Χριστού*,
τη δόξα του Θεού** !
...........................................
Τη Γλώσσα μου τη βύζαξα,
στης Πίνδου το μαστό,
πρωτόγαλα κι αγίασμα
και μάνα απ' το Θεό . . . !
ά. - λεύτερη Πίνδος
1,2 :Χριστός, Θεός : πέρα από Χριστός και Θεός, ο κάθε θνητός που κάθε στιγμούλα παλεύει.....

Αψίδα

 Κάτω απ' τη σταχτοπράσινη 
τη δρύινη την αψίδα 
διάβηκε ο πετροκότσυφας 
διάβηκε η χρυσαλίδα 

πέρασα διάβηκα κι εγώ 
και μ' έκαναν κομμάτια 
εψές προψές τ' απόβραδο 
δυο Ζαγορίσια μάτια. 
ά.

Παρασκευή, 9 Φεβρουαρίου 2018

Ο μυστικός αχός



....9 Φλεβαρη του 1857 πέθανε ο Διονύσιος Σολωμός, ο ποιητής που γύρναγε τη Ζακυνθο κι αγόραζε λέξεις...."έγραΦε τα ποιήματά του, δεν τα έγραψε" -καθώς ειπε ο Βαρναλης- που σημαινει τ' άφησε ανολοκλήρωτα, ωραία σπαράγματα, για να παλεύει να τα "ολοκληρώσει" ο καθείς μας,ο καθείς που την Ελληνική Γλώσσα αγαπάει... 

...Άκρα του τάφου σιωπή βασίλευε(ν) εντός του,
μέγας τα σπλάχνα εσπάθιζε πελάου κυματισμός,
τέρψη ηδυτάτη αχόρταστη κι ισόβιος γλυκασμός του
τού εστάθη τ' άσωστο άρμεγμα του ολόμαυρου φωτός
που οι λέξεις καλοκρύβουνε στης ρίζας του το βάθος
λαμπρές κι αστραπογέννητες μακριά που κατοικούν
στου αγέρα στ' άστρου στ' ουρανού στης θάλασσας το πάθος,
στου αγέρα στ' άστρου στ' ουρανού στης θάλασσας ,που ζουν
για μια στιγμούλα έμπνευσης σαλού ποετάστρου αγνώστου
που 'ζησε ή ζει ή που κάποτε ανεπαίσθητα θα 'ρθεί
σαν πυρετός παλληκαριού από έρωτα αρρώστου
σαν μιας στιγμής εωθινή αστρική μαρμαρυγή
για να θροϊσει στο αίμα του ο μυστικός αχός του
να σπρώξει στην απανεμιά τον κόσμο ολίγο εμπρός.
..Άκρα του τάφου σιωπή βασίλευε(ν) εντός του,
μέγας τα σπλάχνα εσπάθιζε πελάου κυματισμός.
ά. - λεύτερη Πίνδος- 9 Φλεβάρη του 2018

Δευτέρα, 5 Φεβρουαρίου 2018

Η μπότα του Σκαλούμπακα



...α ρε Μίκη...πάλι ο Σκαλούμπακας...τώρα πικρότερα και τρεις φορές χειρότερα σε/μάς πάτησε στο λαιμό ... όλους μαζί...αυτή η μπότα του Σκαλούμπακα...η μπότα του φασισμού...α ρε Μίκη....ποιος να το 'λεγε τότε στο Μακρονήσι ότι :
...η μπότα του Σκαλούμπακα,του φασισμού η μπότα
θα σε πατήσει κάποτε,πικρότερα από πρωτα,
θα σε πατήσει στο λαιμό,στους άσπρους σου κροτάφους
και θα πατάει και τους νεκρούς συντρόφους μες στους τάφους.
Καίσαρας θά 'βγεις γηραιός ,απάνω στην εξέδρα
κι εκεί ξανά στο πλάι σου,θεριό ψηλό δυο μέτρα
θα σε χτυπά ο Σκαλούμπακας με του φονιά το βλέμμα,
θα σε χτυπά φωνάζοντας "-Αίμα, δε βλέπω αίμα!" *
Και μόνο τα τραγούδια σου,απελπισιά γιομάτα
μακριά σου, Μίκη, θα τραβούν του μισεμού τη στράτα,
στον τοίχο της Καισαριανής θα κάνουν χαρακίρι
πλάι στους διακόσιους άγιους συντρόφους που 'χουν γείρει.
ά.
1. "-Αίμα, δε βλέπω αίμα!" : έτσι φώναζε στα θύματά του ο βασανιστής Σκαλούμπακας , την ώρα που τα βασάνιζε...!!!

Ο Κωστα-Δήμος



 ...Ο Κώστα-Δήμος...οι ξενιτεμένοι πέρα απ' το σύνορο της πατρίδας...οι ξενιτεμένοι πέρα απ' το ποτάμι της ζωής....
...Απρίλη του '58
έφυγε απ' τα Τζουμέρκα,
η φτώχεια τού 'γινε βραχνάς
κι έριξε μαύρη πέτρα ,
χωριό,Γιάννενα,σύνορα,
Σερβία, Γερμανία,
είκοσι χρόνια δίσεχτη
ζωή στα ορυχεία
πλεμόνι μαύρο κι άρρωστο
του το 'λειωσε ο καρκίνος,
προτού πεθάνει, στο χωριό
γύρισε ο Κώστα-Δήμος
στο πανηγύρι χόρεψε
κι εράισεν η πέτρα
τέτοιον ντελή που θα 'παιρνε
παλλήκαρο δυο μέτρα,
έκαμε Πάσχα κι άντεξε
μέρες ακόμα δέκα,
Απρίλη του '78
τον κλάψαν' τα Τζουμέρκα,
λάλησε-πικρολάλησε
του Ράρα το κλαρίνο
κι επήρε αραββωνιάρη της
η γης τον Κωστα-Δήμο...
ά.

Σάββατο, 3 Φεβρουαρίου 2018

Μακεδονία(Ο Μπόικο,ο Νίκος κι ο Ιβάν,/ ο Kρουμ κι ο Αναστάσης)

 




 «…Η Μακεδονία, γεωγραφικό κέντρο της Βαλκανικής Χερσονήσου, με σύνορα το Αιγαίο πέλαγος και τον Όλυμπο στα νότια, την Πίνδο και τις Αλβανικές Άλπεις δυτικά, τη γραμμή Οσσόγγοβο-Ρίλα στα βόρεια και τη γραμμή απ΄τις εκβολές του Νέστου ως τη Ρίλα ανατολικά, αποτελεί και τον κύριο αντικειμενικό σκοπό της εθνικής πολιτικής όλων των γειτόνων βαλκανικών λαών. Ελλάδα, Σερβία, Βουλγαρία, ακόμα κι η Ρουμανία είχαν να διεκδικήσουν ένα μέρος του μακεδονικού πληθυσμού, που ήταν εξαιρετικά ανακατωμένος….»

-Νίκος Σβορώνος (Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας,εκδόσεις «Θεμέλιο»)  




 "Μακεδονία ξακουστή 
του Αλεξάνδρου χώρα",
λιγνό κορίτσι αγγελικό 
στου χρόνου την αιώρα  

στέκεται εδώ πατάει εκεί 
λικνίζεται πιο πέρα 
κουνάει το φουστανάκι της 
μυρώνει τον αγέρα 

στολίζει τα Βαλκάνια 
δυο-τρεις χιλιάδες χρόνια, 
Τάκη Τοντόρκα Στέλλα Κρουμ 
Δήμο Μπογιάνα Σόνια, 

ντέφια, κλαρίνα,χάλκινα, 
τρομπέτες και νταούλια, 
Μακεδονίτικο άλογο
στα μαύρα του καπούλια 

καθεται ο  Νίκος κι ο Ιβάν
ο Μπόικο κι ο Λευτέρης, 
ίδια πώς καλοκάθονται 
στη φυλλωσιά της φτέρης 

ο τζίτζικας, ο μέρμηγκας 
κι η νυχτοπεταλούδα 
γειτόνοι και συγκάτοικοι 
μαζί στην ίδια ρούγα,  

ο Μπόικο,ο Νίκος κι ο Ιβάν 
ο Στόγιαν κι ο Θανάσης 
 ο Άγγελος, ο Βέλικο,
η Στάνκα, ο Αναστάσης

με τον αγέρα στα μαλλιά 
και τα βουνά στην πλάτη  
και με τον Άγιο Έρωτα 
στα σπλάχνα και στο μάτι 

τον Έρωτα τον Έρωτα 
κόκκινη βαριοπούλα 
σφιχτά στα χέρια που βαστά 
και  τα τσακίζει ούλα 

αγύρτες πάτρονες, στρατούς
αφεντικά, αστυνόμους
κι ό,τι βαραίνει των λαών 
αφόρητα τούς ώμους, 

λαλείτε πικροκλάρινα 
παίχτε γλυκές τρομπέτες 
γι' αυτούς που δεν προσκύνησαν
ποτέ θεούς κι  αφέντες,

πατρίδα μόνη η Ομορφιά 
το Δίκαιο η Αρμονία 
το Υψηλό και τ' Άμοιαστο 
κι η Μουσική η αγία, 

λαλείτε πικροκλάρινα 
βαρείτε εσείς νταούλια, 
όλη η ανθρωπότη στα βαριά
του Χάροντα καπούλια 

να τραγουδάει και να γλεντά 
και ν' αγαπάει τής πρέπει 
 Γιορντάν, Μιχάλη, Ατανάς
Γιάννη, Σβετλάνκα, Καίτη,  

 "Μακεδονία ξακουστή 
του Αλεξάνδρου χώρα", 
λιγνό κορίτσι αγγελικό 
στου χρόνου την αιώρα  

στέκεται εδώ πατάει εκεί 
λικνίζεται πιο πέρα 
κουνάει το φουστανάκι της 
μυρώνει τον αγέρα 

θα φέγγει στα Βαλκάνια 
χίλιες μυριάδες χρόνια 
Τάκη Τοντόρκα Στέλλα Κρουμ 
Νίκο Μπογιάνα Σόνια.  
ά. - λεύτερη Πίνδος - 3 Φλεβάρη του 2018