Στη φωτογραφία : Γιάννινα,1930.Σκάλα.Οι βάρκες με τ' άσπρα πανιά, ωσάν περιστεράκια μες στη λίμνη. Ο μιναρές στο βάθος, ορφανεμένος κι ολομόναχος πια, με τα μαρσαρίσματα -σήμερα- απ' τα κάμπριο να ταράζουν τη γαλήνη του...
Πανάκια ταξιδιάρικα περιστερές στη λίμνη, χείλια παραπονιάρικα το χρόνο και τη μνήμη
πικρόν να φκιάνουν αμανέ για τον φτωχό στο βάθος ορφανεμένον μιναρέ που απόμεινε μονάχος . ........................................ Εκεί που 'πεφτε τ' άγριο τ' Αλη-Πασά το βλέμμα, μαρσάρουνε τα κάμπριο κι οι μνήμες στάζουν αίμα.
Στη -μοναδική! - φωτογραφία : Γιάννινα, 1977.Στον καφενέ "Ναυτάκια", στη Σκάλα, δυο βήματα απ' τη λίμνη.
Ο θρυλικός Δημητράκης Μαντζαρόπουλος , άρχοντας απόλυτος στη μοναξιά του, πίνει το καφεδάκι του...Αυτός κι ο ίσκιος του, που διακρίνεται πίσω του, μες στο κρύο τζάμι....
Η φωτογραφία είναι απ' το blog του javger :
http://javger.blogspot.gr/p/blog-page_26.html
Ωσάν τον κυρ-Αλέξανδρο, τον Άγιο των γραμμάτων ,
το δείλι ευρήκε μοναχόν κι έρμον το Δημητράκη,
δυο βήματα απ' τη δρόσο των λιμνίσιων των υδάτων,
να κοινωνάει το σκέτο, στα "Ναυτάκια", καφεδάκι.
Ήρθε μετά κι ο ίσκιος του, μέσα απ' το κρύο το τζάμι,
ήρθε σουρνάμενο κι ένα φίδι* ψηλά στο χιόνι,
ήρθε, παρέα κι ο στρατηγός ο Ζούκωφ** να του κάμει,
ήρθε και της ψυχής του το νεκρό -η Μαρία***- τ' αηδόνι.
Κι επαίξανε στην τράπουλα, στα ζάρια και στο τάβλι
τη λίμνη με τις χίλιες της τις βάρκες -ε γιαμόλα-
και τη χρυσή του στρατηγού τη σπάθα τη μεγάλη
κι όλους κι όλα τα κέρδισε ο Δημητράκης ! Όλα !
* φίδι στο χιόνι : το "φίδι στο χιόνι" κι ο Δημητράκης ..πήγαιναν μαζί.....το 'λεγε συχνότατα, στο παραλήρημά του....."φίδι στο χιόνι"...
**Ζούκωφ : Ρώσος στρατηγός ο Ζούκωφ, τον οποίο ανέφερε ταχτικότατα ο Μαντζαρόπουλος
***Μαρία : "φτου ! ξεφτιλισμένη Μαρία" έλεγε...θα ήταν η Μαρία, πιθανότατα, κάποιος νεανικός, ανευόδωτος έρωτας που τον βασάνιζε ως τα βαθιά του γεράματα...
Εκεί, σταδιακά, θα μεταφερθούν κι όλες οι ανάλογες καταχωρίσεις που υπάρχουν ακόμα σε τούτο το ιστολόγιο...
Στη φωτογραφία : Γιάννινα,1940.Σκάλα.Γυναίκες πλένουν στα νερά της λίμνης τα χράμια και τα μάλλινα που γιομίζουν με τ' άρωμα του βοριά και των πλατανόφυλλων, για να μοσχοβολήσουν έπειτα τους οντάδες και τους χωτζιαρέδες , έτσι που γλυκά ζαλισμένοι οι τσατμάδες να γείρουν στις πόρτες για να στείλουν να χυθεί ο καημός τους έξω στον ήλιο και στα βουνά...
Στη Σκάλα πλένουν οι κυράδες
τα χράμια και τα μάλλινα.
Τ' αρωματίζουν οι βοριάδες.
Μοσχοβολάν' κυκλάμινα
οι χωτζιαρέδες κι οι οντάδες κι ήλιο και πλατανόφυλλα. Γέρνουν απ' τη γλυκιά, οι τσατμάδες , ζαλάδα, στα πορτόφυλλα,
και πλημμυρίζει το μεϊντάνι τ' ασύχαστο και τ' άπονο
με το 'κατόχρονο πλατάνι, απ' το βαρύ
παράπονο:
"να 'μουν αηδόνι σε κορφούλα απάνω στην Ολύτσικα, να τραγουδήσω μιαν αυγούλα εκείνη που λιμπίστηκα
!"