Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2025

ΤΟ ΞΟΔΙ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑ-ΒΑΣΙΛΗ ΓΕΩΡΓΟΥΛΗ,ΣΤΟΥΣ ΧΟΥΛΙΑΡΑΔΕΣ

 


ΤΟ ΞΟΔΙ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑ-ΒΑΣΙΛΗ ΓΕΩΡΓΟΥΛΗ,ΣΤΟΥΣ ΧΟΥΛΙΑΡΑΔΕΣ
Ο μπαρμπα-Βασίλης ο Γεωργούλης+ (1940-1 Γενάρη 2025),ήταν γείτονάς μου στο χωριό στους Χουλιαράδες,στον κάτω μαχαλά της Πλακανίδας.
Χτίστης σπουδαίος που ..έχτισε τη μισή Ήπειρο (σπίτια,γιοφύρια,εκκλησιές, καμπαναριά, βρύσες),άνθρωπος σπάνιος: απ' εκείνους τους παλαιάς κοπής ανθρώπους που βάραιναν όμορφα κάποτε τον ντουνιά, που σήμερα πια αλάφρυνε ,χωρίς πλέον ανθρώπους σαν τον μπαρμπα-Βασίλη,να μπορείς να σταθείς για λίγο δίπλα τους,και να νιώσεις το βαθύτερο νόημα της ζωής και τη γλύκα των πραγμάτων που 'ναι στέρεα,αληθινά και μεγαλειώδη στην απλότητά τους. .
.........................................................................
Σαν άρχισα να γράφω το ακόλουθο κείμενο και τους στίχους,ήταν νύχτα Πέμπτης, 2 Γενάρη του 2025, η ώρα ήταν 10 το βράδυ, πριν 3 ώρες είχ' ανέβει στο χωριό, κι είχα πληροφορηθεί απ' τον καφετζή για το ξόδι πριν λίγο του μπαρμπα-Βασίλη, κι έτσι, "πεισμωμένος" που δεν έμαθα εγκαίρως για το χαμό του,ώστε να κανονίσω να 'μαι παρών σαν θ' άνοιγε μαύρα πανιά στ' αρμένισμά του το στερνό εκεί στο κοιμητήρι της Αγια-Παρασκευής στους Χουλιαράδες, "πεισμωμένος" λοιπόν, έκατσα στα μπάσια του σπιτιού , μ' ένα μπλοκάκι κι ένα σωμένο κιτρινόμαυρο μολυβάκι Στάντλερ,15 κι ούτε μέτρα αντίκρυ απ' το σπίτι του εκεί στο χωριό, ν' αναπαραστήσω το ξόδι του μπροστά μου, γράφοντας τους αρμόζοντες στίχους,κι έτσι να "δω" και να "ζήσω" εκείνες τις στιγμές, και να νιώσω μια ελάχιστη παρηγόρια,ότι ναι ήμουν κι εγώ παρών την ώρα που κατέβαινε στην αγκαλιά της Χουλιαριώτικης γης να σμίξει τη μανούλα του κι όλους τους χωριανούς του που 'γιναν μνήμη κι αιώνιο άστραμμα πάνω απ' το χωριό μας.
Πριν αρχίσω να γράφω, έβαλα στο youtube να παίζει συνεχόμενα το "Κράτησα Τη Ζωή Μου" του Μίκη και του Σεφέρη,και μάλιστα μια απ' τις πολλές ..εκδοχές αυτού του βίντεο-τραγουδιού, με πλάνα βουνίσια,για να ..βοηθήσει αυτό, να "δω" καθαρότερα τη σκηνή που ήθελα,με τα " φύλλα της οξιάς" του Σεφέρη, διά στόματος Μπιθικώτση,να πέφτουν πάνω απ' το κιβούρι του μπαρμπα-Βασίλη,καθώς η κάσα κατέβαινε 2 μέτρα βαθιά στη γη....
Ο Μπιθικώτσης, τραγούδαγε :
Έβλεπα τώρα καθαρά μπροστά μου τη σκηνή της ταφής, ή σωστότερα ήμουν εκεί ,δίπλα στο κιβούρι του μπαρμπα-Βασίλη.
Έβλεπα τον μπαρμπα-Βασίλη,λίγο πριν τον παραχώσουν,να ρίχνει -πίσω απ' τα σφραγιστά του νεκρίσια ματόφυλλα- το γιομάτο συμπόνοια βλέμμα του,ολόγυρα,για να χαρεί ,στερνή φορά, τους Χουλιαράδες του,την Τσιούκα αντικρυ, τον Άραχθο χαμηλά κάτω που βόγκαγε σαν πληγωμένο θεριό.
Και καθώς έβλεπα , έγραφα,αναμερίζοντας με το χέρι μου, τα " φύλλα της οξιάς" που 'πεφταν εκεί όπου το μολυβάκι μου διάβαινε κι αυλάκωνε το διψασμένο για στίχους μπλοκάκι μου....Κι έγραφα...
Έχτισες τη μισή,και βάλε,Ήπειρο,
ακάματε μαστρομπαρμπα-Βασίλη !
Μα τώρα, ομπρός στ' ορθάνοιχτο τ' αχείλι
του κιβουριού σου,έριχνες το ύστερο 
 
το βλέμμα σου γύρω στην Πλάση : ογρό
κι όλο συμπόνοια για τον κόσμο βλέμμα,
ογρό σαν το νερό κι ωσάν το αίμα
στου πληγωμένου λύκου τον ντορό! 
 
Κι εκοίταες ν' απολάψεις, να χαρείς
στερνή φορά την άσωστη ομορφιά
του κόσμου,πριν χωθείς στη γης βαθιά,
να γείρεις,κι ήσυχα ν' αναπαυτείς! 
 
(Κι όσοι, μπαρμπα-Βασίλη, αναρωτιούνται,
οι ανθρώποι αν βλέπουν, πεθαμένοι οπού 'ναι, 
 
βλέπουν και παραβλέπουν οι νεκροί,
άμα το θέλουν,κι άμα υπάρχει λόγος!)
Κι εκοίταες,και κλαρί όμοιαζε ο λόγκος
στα Λάπατα στην πιο ψηλή κορφή! 
 
Κι απέ,την Τσιούκα εκοίταξες ζερβά,
όπου σ' επήγαινε παιδάκι η μάνα,
να ξεπληρώσει ένα παλιό της τάμα,
γιορτάσι κάθε που 'χε η Παναγιά! 
 
Α! πώς εβόγκαε κάτω σαν θεριό
ο άνεμος στ' αχείλι του Αράχθου,
με το βαρύ το μύρο τ' ασπαλάθου,
και τη δροσιά στης νύχτας το φτερό 
 
που αργοφτεράκιζε πέρα απ' τη δύση,
την Πλάση στο σκοτάδι να τυλίξει ! 
 
Κι εκοίταες γύρω, ώσπου, τ' αναριπίσματα
της μνήμης σου και της μεστής ζωής σου,
ο Γρέγος τα 'καμε ανεμοσκορπίσματα!
Κι οι ζωντανοί που εστέκανε αντικρύ σου, 
 
τα χέρια τους τα κρύα σαν χουχουτίσανε,
να ζεσταθούν στου δειλινού το κρύο,
με μαύρο δάκρυο στερνοχαιρετήσανε
το μπάρμπα το Βασίλη, το "θηρίο" 
 
που 'χτισε δεκαεφτά καμπαναριά ,
δέκα -μπορεί και δώδεκα- εκκλησιές
και σπίτια καμιά πεντακοσαριά
απάγκια για βουνίσιες φαμελιές! 
 
Κι απέ, τεντώθηκε η τριχιά στην κάσα,
κι αργά-αργά σε κατεβάσαν' κάτω,
στον νιόσκαφτο τον τρίσβαθό σου λάκκο!
Κι απάνω, χώμα !Κι άλλο χώμα! Ανάσα 
 
πια δεν γρικούσες στο νεκροταφείο!
Μονάχα ο νεκροθάφτης κι ο βοριάς
στ' ορθό το γιακαδάκι της νυχτιάς,
μέτραγαν σκότος,θάνατο και κρύο, 
 
ώσπου κι αυτοί οι δυο, φύγαν',χαθήκαν',
και με τους ζωντανούς ανταμωθήκαν' !
...............................................................
Και τότε, λόγο(ν) άκουσες πνιχτό !
Ήταν η μάνα σου ! "-Κρυώνεις,γιε μου; "
είπε !Και πανωφόρι αναριχτό,
σου ρίξαν' μ' ένα φύσημα του ανέμου, 
 
οι οξιές,τα φύλλα τους,ψηλά στο μνήμα,
να ζεσταθείς ο έρμος,κάνα τρίμμα! 
 
Κι έτσι,μ' αυτόν της μάνας σου τον ψίθυρο
στης Τραμουντάνας το σκασμένο αχείλι,
διάβηκες σαν καπνός, μπαρμπα-Βασίλη
που 'χτισες τη μισή,και βάλε,Ήπειρο ! 
 
Άγγελος Σωτ. Παπαγεωργίου -2 Γενάρη του 2025-Χουλιαράδες/Πλακανίδα,λεύτερη Πίνδος

Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2024

Τα χέρια

  

Ανοίξεις μέτραγε σωρό,

κι όμορφα καλοκαίρια 

που εζήσαν', χρόνια είκοσ' οχτώ ! 

Της τρέμανε τα χέρια! 

  

Κι αναθυμιούνταν τις χαρές, 

τα ερωτικά νυχτέρια, 

κι όλες τους τις ωραίες  στιγμές! 

Κι εσταύρωνε τα χέρια 

 

σαν δέηση και σαν προσευχή, 

σαν άσπρα περιστέρια 

που ετρέμανε στην προσμονή : 

τώρα δυο ξένα χέρια 

 

στα δυό θ' ανοίγαν' το κορμί 

του άντρα της,κι ακέρια 

θα εσκίρταγε σαν το πουλί, 

μες στου γιατρού τα χέρια 


 του Γιάννη η άρρωστη καρδιά, 

και γιατρεμένη πλέρια 

στα στήθια θα 'μπαινε ξανά!

Της τρέμανε τα χέρια ! 

............................................. 

Χορό,πιο πέρα, των σπαθιών, 

χορεύαν' τα νυστέρια ! 

Κι έψελνε αυτή "-Πάτερ ημών...!" 

Κι έσφιγγε μες στα χέρια 

 

τ' Άγιου το φυλαχτό, η φτωχή! 

...Ενύχτωσε..Τ' αστέρια 

ύπνο τής στάλαξαν βαθύ ! 

Γείραν'  τα δυό της χέρια 

 

σαν της βαρκούλας τα κουπιά, 

σαν ξέπνοα περιστέρια 

παραδομένα στο βοριά! 

Χέρια..! Καημένα χέρια...! 

 

Μα ξάφνου, μέσα στη σιωπή 

της νύχτας,την αιθέρια,

του χειρουργείου άνοιξε

η πόρτα !Όμοια αγιοκέρια, 

του χειρουργού ξεπρόβαλαν 

τ' αντρίκεια,τ' άγια χέρια : 

 

"-Όλα καλά!" τής έγνεψε ! 

Κι αυτή,σαν καντηλέρια, 

τα δάκρυά της άναψε, 

τα πικροπεφταστέρια, 

και πέφτοντας στα πόδια του, 

του φίλησε τα χέρια ! 

ξημερώνοντας Κυριακή 17 Νοέμβρη του 2024 ,7 το πρωί μέχρι 8.20,μετά την εγχείρηση του Γιάννη.


Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2024

A Casa d' Irene (Γυναίκες που είστε όμορφες...)




 ...μια όμορφη γυναίκα  σαν ξωθιά στο βράχο,ολόιδια με τη γοργόνα της Κοπεγχάγης,και σε απόλυτη αρμονία με την πέτρινη ολόγυρά της φύση....οι όμορφες γυναίκες δίνουν ζωή/εμπνέουν/πάνε τον κόσμο μπροστά,αιώνες τώρα...

...Γυναίκες που είστε όμορφες
ποτέ σας δε γερνάτε
ποτέ δεν ασχημαίνετε
ποτέ δεν αρρωστάτε,

λάμπετε ωσάν αποσπερνές
ξωθιές ψηλά σε βράχο
που βγαίνουν και τρελαίνουνε
τους καλογήρους του Άθω

και σκίζουνε τα ράσα τους
και τα Ευαγγέλια καίνε,
και τραγουδάν' στις λαγκαδιές
το "A Casa d' Irene".
..........................................
Και μοναχά από έρωτα
βράδυ-πρωί "αρρωστάτε",
σαν τις ψηλές αλυγαριές
τρέμετε και λυγάτε,

βρίσκετε το καυτό φιλί
το μελωμένο στόμα
την πυργωμένη αγκαλιά
το εφηβικό το σώμα,

παίρνετε-δίνετε ζωή,
μπροστά τον κόσμο πάτε.
Γυναίκες που είστε όμορφες
ποτέ σας δεν γερνάτε.
ά. -10 Αυγουστου 2019

Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2024

Οι "μοναχιάρες"

 

 

Μαζεύοντας σήμερα το πρωί στο χωριό, τις τελευταίες καρύδες, της αποκαρδιωτικής -λόγω ξηρασίας- φετινής σοδειάς...Ελάχιστες καρύδες...Μια εδώ, μια καμπόσα μετρα παραπέρα...Οι παλιοί τις έλεγαν "μοναχιάρες",μονάχες δηλαδή ....Έπεφταν δυο και βάλε βδομάδες μετά απ' εκείνες που είχαν πέσει σωρηδόν και μαζεμένες...Είχαν πολύ σκληρό κέλυφος, έσπαγαν δύσκολα....Είχαν κι αλλιώτικη γεύση.....Σαν να 'χαν ποτίσει απ' τ' άρωμα της ερημιάς ,ολομόναχες για κάμποσο καιρό,ψηλά στα κλαριά,αυτές, τ' άστρα και τ' αηδόνι που τραγούδαγε δίπλα τους πικρά το θάνατο που κατέβαινε κι όλο θα κατεβαίνει σαν καταιγίδα πέρα απ' τα βουνά... 

Για τις καρύδες θα σας πω τις "μοναχιάρες"
-έτσι τις λέγανε οι γερόντοι στα χωριά,
εκείνες που, ψηλά απ' της καρυδιάς τις κλάρες,
πέφταν' αργότερα απ' την άλλη τη σοδειά,

δυο-τρεις βδομάδες αφού είχαν πέσει οι άλλες,
οι άλλες που 'χαν στα σακκιά πια μαζωχτεί.
'τούτες λοιπόν ,μιά-μιά σαν τις αριές τις στάλες
βροχούλας σιγανής,επέφτανε στη γη,

ολομονάχες ,σαν καιρό να εμελετούσαν
την κάθοδό τους,σαν παράσταση στερνή
να 'ναι, ακριβώς έτσι όπως πάντα επιθυμούσαν:
μοναχική και προπαντός σιγαληνή !

Πέφταν' λοιπόν,και ν' ανασάνουνε, είχαν τόπο,
μιά εδώ, μιά δεκαπέντε μέτρα παρακεί,
τόπο και, τον χινοπωριάτικο ήμερο όρθρο
της Όστριας ν' απολάψουν, πριν ο ήλιος βγει,

και τις μαζώξει ο νοικοκύρης, απορώντας
πώς είχαν μείνει τόσο απάνω στα κλαριά!
Ο νοικοκύρης που, καιρό μετά, χτυπώντας
το κέλυφός τους, να τις σπάσει,ίδια, ξανά

δοκίμαζε έκπληξη που, στου σφυριού τη βία,
αντιστεκόντουσαν με πείσμα σθεναρό,
ωσάν πλασμένες απ' ατσάλινη ουσία,
ωσάν γρανίτες γεννημένοι στο βουνό!

Μα κι όταν ,τέλος, έσπαζε καμιά , με βιάση
λαίμαργα τρώγοντας την ψίχα ,μια στυφή
γεύση απ' αγίνωτο, άγριο,ένιωθε, κεράσι,
και μια κρυάδα από Δαμασκηνό σπαθί,

έτσι που ολομονάχες μακριά απ' τις άλλες
καρύδες,είχαν πλάσει φρόνημα γερό,
έτσι που μες στη σιγαλιά, τις πιο μεγάλες
Γραφές της Πίνδου, εμελετήσανε καιρό,

έτσι που ωσάν και τους μοναχικούς αλήτες
που βλέπουν τ' άφαντα μακριά απ' το συρφετό,
είδαν μονάχες στα κλαριά καμπόσες νύχτες,
τι παναπεί θεός κι ερμιά και ριζικό ,

τι παναπεί να τραγουδάει πικρά τ' αηδόνι,
στη ρεματιά τη δασωμένη τη βαθιά,
το θάνατο που εκίνησε κι όλο ζυγώνει,
σαν καταιγίδα μαύρη πάνω απ' τα βουνά.
ά. - λεύτερη Πίνδος/Χουλιαράδες

Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2024

Ποίηση θα πει ...

 

https://www.youtube.com/watch?v=FBFaWz4gATY
..."κι ο ζων νεκρός της μνήμης μας/ μια πτήση στον αιθέρα/ στο χάος και στο όνειρο/ απελπισιά χορτάτος..."(Αργ. Μπακιρτζής)...αληθινά ποιήματα δεν είναι αυτά που γράφονται και τα διαβάζουμε...αληθινά ποιήματα είναι οι στιγμές οι σπάνιες που τις ζούμε και τις "ρουφάμε" ως το μεδούλι...άρα λοιπόν,η Ποίηση είναι ολούθε γύρω μας,θέλει μάτια και ψυχή ανοιχτά,για να "διαβαστεί"... ας πούμε, ποίηση,είναι να κάθεσαι και να ρεμβάζεις αγναντευοντας πέρα μακριά τον παγωμένο ορίζοντα με το Μιτσικέλι να στεφανώνει τα τριώροφα της γειτονιάς (photo),κι όπως ακούς την Αρζεντίνα του Αργύρη Μπακιρτζή,ένα τραγούδι τοσο πολύ πλημμυρισμένο με θάνατο,να νιώθεις εκείνη την ώρα,αθάνατος κι υψωμένος...να νιώθεις δηλαδή,μια στιγμή αθανασίας,ή σωστότερα να νιώθεις και να ζεις 85 δευτερόλεπτα αθανασίας,όσο διαρκεί αυτό το θεσπέσιο άσμα....και μαζί, να λούζεσαι κατάβαθα στην ποιητική αχλή του εξαιρετικού αυτού τραγουδιού, σε σημείο που να βλέπεις αντίκρυ,παρακάτω απ' την αυλή,τα τσιμεντένια τριώροφα, να "ζωντανεύουν" , να σε κοιτάνε και να τα κοιτάς, να ξεκολλάνε απ' τα θέμελά τους,και να σπεύδουν να σ' ακολουθήσουν στο ρίγος που νιώθουν να σε τυλίγει εκείνη τη στιγμή,και σ' έχει από ώρα οδηγήσει ψηλά στις μενεξεδένιες ατραπούς της αισθαντικότητας....(τώρα,νομίζω το βρήκα:το να 'σαι αισθαντικός,αυτό είναι το ζητούμενο,αυτό είν' η Ποίηση,να ζεις δηλαδή μ' ευαισθησία τη ζωή σου,έτσι που να την κάνεις ποιημα....
..Μια σταλιά,κι αυτός,μεγάλος
για να νιώσει ποιητής,
μ' όλο της ψυχής του τ' άλγος
να πετάει μεσουρανίς,

του γραφείου του την κουρτίνα
παραμέριζε φυρή,
έβαζε την "Αρζεντίνα"
του Αργύρη Μπακιρτζή,

κι όπως ο "νεκρός της μνήμης"
τόσο "ζων",στο δείλι,τον
κατελάμβανε εξ απίνης,
έμφορτο ωραίων μνημών,

άφηνε να τον συνθλίβει
του θανάτου η γιορτή!
Κι ούτε που 'πιανε μολύβι,
κι ούτε που άγγιζε χαρτί.

Τι να έγραφε,και τι να
στιχουργούσε ο καψερός,
όταν "βρόνταγε" η Αρζεντίνα
πλάι του μεγαλειωδώς,

αψεγάδιαστα στακάτο,
κι άφταστα μελωδικό,
της ζωής και του θανάτου
τον αιθέριο γλυκασμό;

Ποίηση θα πει -σκεφτόταν- :
γίνομαι αθάνατος
σαν τη μάνα-Πίνδο,όταν
μ' έχει ζώσει ο θάνατος.

Κι όπως μάντευαν το πάθος
σύγκορμα που τον δονεί,
τα τριώροφα στο βάθος,
παρακάτω απ' την αυλή,

τους εράιζαν' τα τσιμέντα,
τους ετρίζανε οι αρμοί,
τους εγιόμιζε από μέντα,
του βουνού,η κυρτή σκεπή,

κι αναλήπτονταν ταχέως
στις ουράνιες ατραπούς,
όπου ίπτατο ακμαίος
ο ποιητικός του νους,

σάμπως να 'θελαν' κι εκείνα
σάμπως να 'θελαν' κι αυτά,
μπαίνοντας σε μιά του ρίμα,
να γενούνε αθάνατα!
ά.


Κυριακή 7 Ιουλίου 2024

Mιλτιάδης Σιαφάκας -ένας ευαίσθητος δουλευτάρης (1926-2011)


Προχτές στις 11 Νοέμβρη του 2011, διάβηκε τον Αχέροντα ο μπάρμπας μου ο Μιλτιάδης ο Σιαφάκας, ο δίδυμος αδερφός της μάνας μου.
Ο μπάρμπας μου ήταν ένας σοφός, λαϊκός άνθρωπος.
Ένας λεβέντης Ηπειρώτης απ' την Κράψη - ένα χωριό 25 χιλιόμετρα μακριά απ'τα Γιάννενα. Ένας άκρως ευαίσθητος άνθρωπος, ένας χωρατατζής, που μας ορμήνευε με τρόπο που μοναχά μετά από χρόνια , όντας 45άρηδες ..και βάλε, πλέον, μπορέσαμε να νιώσουμε και να εκτιμήσουμε.
Ο μπάρμπας μου ήταν άρχοντας, γιατί γράμματα δεν έμαθε , αλλά μας δασκάλεψε σαν δάσκαλος σοφός , γιομάτος αγάπη κι ευαισθησία ασυνήθιστη για ανθρώπους του συναφιού του.
.......
Να πω εδώ , σχετικά με το επίθετο "Σιαφάκας", ότι  "σιαφάκ" σημαίνει λυκόφως...
Χαραυγή, δηλαδή.
Χάραμα.
Ζωή.
Φως.
Λεβεντιά.
Αγώνας.
Κι ο μπάρμπας μου ο Μίλτος, πιο πολύ απ' όλους μας, ήξερε τι θα πει "αγώνας". Αυτός που, φτωχόπαιδο απ' την Κράψη, κίνησε για τα Γιάννενα και πάλεψε με θεούς και δαίμονες, ώσπου να ορθοποδήσει.
Και δούλεψε.
Και πρόκοψε.
Και κάρπισε. ..........
Τη νύχτα που 'φυγε, φύσαγε δαιμονισμένα στα Γιάννενα.
Βοριάς 8 μποφώρ...
Το ίδιο δυνατά φύσαγε και τη μέρα της ταφής !
Λες κι είχε βαλθεί ο βοριάς ν' αντρειωθεί τόσο που να μπορέσει σαν τρανός ντελάλης να μολογήσει τον μπαρμπα-Μίλτο και να τον ακουρμαστεί η σχωρεμένη μανούλα του στις ανεμόραχες πέρα στην Κράψη.....

Βοριά που δέρνεις τα κλαριά
και το φτωχό σπουργίτη,
το Μιλτιάδη ζύγωσε
να κλάψεις τον Κραψίτη.


Κι ύστερα, κάτσε κι άλειψε
με του βουνού τα μύρα,
έναν αητό που τα 'βαλε
με του φτωχού τη μοίρα,


και πάλεψε και δούλεψε
και ζύμωσε την πέτρα
και κάρπισε σαν τα γερά
τα 'βλογημένα δέντρα,


γιατ' είχε μάνα αρχόντισσα
και πάππο από την Κρήτη,
λεβενταρά Κρητίκαρο
αητό του Ψηλορείτη,


κι είχε κι αντάρτη αδερφό
που 'πιε πικρά φαρμάκια
και στήθηκε στ' απόσπασμα,
χωρίς πανί στα μάτια,   


κι είχε και Σιαφακαίικο
αίμα που σιγοβράζει,
λεβέντη κι ασπροπρόσωπο
στα ζόρια να τον βγάζει.
.......................................
Βοριά που δέρνεις τα κλαριά
και το φτωχό σπουργίτη,
το Μιλτιάδη ζύγωσε
χαιρέτα τον Κραψίτη.


Και χάραξε, καταμεσής
της μαρμαρένιας πλάκας :
"Eδώ αναπαύεται ήσυχος
ο Μίλτος ο Σιαφάκας...


..."σιαφάκ" θα πει ξημέρωμα,
"σιαφάκ" θα πει λυκόφως,
που βγαίνει ο ήλιος στον ντουνιά,
τρανός, λαμπρός κι ολόρθος,


έτσι όπως βγήκαν στη ζωή,
όλοι οι Σιαφακαίοι :
ολόρθοι κι απροσκύνητοι
κι αδάμαστοι κι ωραίοι" !
..............................
Κρύος βοριάς τον έθρεψε,
κρύος βοριάς τον παίρνει,
κι όποιος χαθεί με το βοριά,
ποτέ του δεν πεθαίνει !

Τον μολογάει ο βοριάς
κι όλο τον τραγουδάει !
Κανένας δεν τον λησμονά !
Κανείς δεν τον ξεχνάει !

Δευτέρα 24 Ιουνίου 2024

Ο δρομέας

 

 (...Στίχοι μου,γραμμένοι χτες 23 του Θεριστή του 2024,μετά από δίωρο τρέξιμο στα Λάπατα (Τζουμέρκα),απ' όπου κι η φωτογραφία,για το πώς βιώνω τις στιγμές,τις αιώνιες για μένα,που τρέχω πάνω στα βουνά.Στιγμές γιομάτες Ποίηση,κι αίσθηση αθανασίας,αφού εκεί ψηλά,ο θάνατος κι η φθορά καταργούνται,άμα καλπάζεις σαν λεύτερο άτι,φορώντας τα ελάχιστα,για να μπορεί να μπαινει στο αίμα σου ο ζωηφόρος κοσμικός αιθερας.Η έμπνευση,εκεί ψηλά..Η ζωή,εκεί ψηλά...Τα βουνά και το Σύμπαν,που μόνο εκεί ψηλά,με φιλεύουν στίχους και μελωδίες για τα τραγούδια μου,που πουθενά αλλού δεν θα μπόραγα να βρω...)

Εφτά χιλιάδες λεύγες,
βαθιά μέσα στις φλέβες
του εντός του-αγνώστου δαίμονα,
κάτι στοιχειά αρχέγονα,

παράξενα κι αγέρωχα,
ατίθασα κι αμέρωτα,
βογκούν κι εκστασιάζονται,
μα  νά  'βγουν έξω σκιάζονται !
.........................................
Κι αφού δεν τα εξουσιάζει,
μεθύσι αλλιώτικο τούς τάζει,
να τούς περάσει  χαλινά,
για μια στιγμούλα μοναχά ,

μπας και του πουν τ' ανείπωτα,
τ' άγνωρα και τ' ανείδωτα !
..............................................
Τούς τάζει  μέθη, μ' άγιο ιδρώτα
απ'  των μυώνων του τη ρότα !
................................................
Με του δρομέα το ρυθμό,
διαβαίνει πάνω απ' τον ισθμό
της άχαρης βραδύτητας,
στης κάθιδρης ταχύτητας

τα ύδατα τα χωρικά,
τ' απύθμενα, τα φωτεινά !
...............................................
Και πάει γοργά κι αντέχει
και λάμπει, καθώς τρέχει !
................................................
Μέσα στις σάρκινες τις κρύπτες,
αντάρτες-λαγονοψοϊτες,
αχίλλειοι σφόδρα τανυσμένοι
και γαστροκνήμιοι ορθωμένοι,
δικέφαλοι έσω, μηριαίοι,
σωματοφύλακες ωραίοι,
στέκουν γύρω απ' τους τένοντες ορθοί
και παραλύουν του Χρόνου οι αρμοί !
....................................................
Και πάει  γοργά κι αντέχει
και νιώθει καθώς τρέχει,
να του κεντά τη φτέρνα,
της Έκστασης η σμέρνα !
...................................................
Κροτούν οι μήνιγγες τρελά !
Παφλάζουν μέσα του βαθιά,
της Έμπνευσης τα κύματα!
Αγγελικά γεννήματα,

αισθήματα πρωτόγνωρα,
μεστά και γενναιόδωρα !
............................................
Και πάει γοργά κι αντέχει
και λάμπει  καθώς τρέχει !
............................................
Παράδεισοι αιωρούμενοι,
στον ίδρο του πλεούμενοι,
μες στις αυλαίες των ματιών του,
γνέθουν τ' αλλιώτικο ποιόν του !

Στο στάσιμο παρόν εισδύει,
κάθιδρος το διακορεύει,
στην κόπωσή του επενδύει,
σ' ωραίους Τόπους ταξιδεύει !
............................................
Κι όπως χτυπά τη γη γοργά,
το στιβαρό του πόδι,
ξυπνάει εντός του τη βαθιά,
τη φύση τη ζωώδη .
 

Γίνεται ελάφι, αητός και σκύμνος
και δαίμονας ωραίος,
και το λαχάνιασμά του ύμνος,
στου σώματος το κλέος !

Και μες στο σώμα τ' ανθηρό,
το σώμα τ' αρχαγγελικό,
φέγγει ένα πνεύμα ζωηρό,
άμοιαστο, σφόδρα αιρετικό !

Κι ως σάρκινη ρομφαία,
κινούμενη κι ωραία,
στα δυο την Πλάση σκίζει
και τ' Όμορφο ορίζει !
...........................................
Και πάει γοργά κι αντέχει . . .
Και λάμπει, καθώς τρέχει !
...........................................
Κάτι νεράιδες-ενδορφίνες,
βαθιά απ' της Έμπνευσης τις δίνες,
βγαίνουν με βελονάκια μυστικά,
θαύματα να κεντήσουνε χρυσά !
..........................................
...Μες στου κορμιού την αλαβάστρινη αλκή,
οπού 'χει κράτος κι εξουσία η ζωή! 

άγγελος-23 Θεριστή του 2024-μετά από τρέξιμο στα Λάπατα (Τζουμέρκα),απ' όπου κι η φωτογραφία...

Κυριακή 23 Ιουνίου 2024

Ο Στάθης απ' το Κιάτο


Στην κιβωτό των υψηλών 
λεπτών συναισθημάτων, 
ταξίδευε μελαγχολών
ο Στάθης απ' το Κιάτο.
 
Μα ήταν σφόδρα ασταθής
κι ας τον βαφτίσαν' Στάθη,
ήταν στο πιώμα επιρρεπής
και στης σαρκός τα πάθη!
 
Κι όπως,σπανίως δούλευε,
δυο-τρεις φορές το μήνα,
για να 'χει τα απαραίτητα,
τον λέγανε "κηφήνα"....
 
Μια μέρα ήπιε εκατό
τσίπουρα,και κατόπιν
 για την πουτανα κίνησε
της συνοικίας,την Πόπη.
 
Μα είχε αδύναμη καρδια,
κι εκεί στο ..μέσα-έξω,
"-Χάνομαι,Πόπη, ψέλλισε, 
πεθαίνω,δεν θ' αντέξω !" 
 
Κι έτσι πιωμένος κι ευτυχής 
ένα πικρό Σαββάτο, 
ξεψύχησε ο ασταθής
ο Στάθης απ' το Κιάτο:
 
 
ξεβράκωτος στο βρώμικο 
της Πόπης το μπορδέλο, 
μα ανίκητος στης "τρέλας" του 
τ' απόρθητο καστέλλο !

 ........................................
Την άλλη μέρα,στο στερνό
το κατευόδιο,φίλοι
και συγγενείς δεν πήγανε,
μονάχα δύο σκύλοι
 
αδέσποτοι,στον τάφο του,  
η γης πριν τον σκεπάσει,
με λύσσα ερωτοτρόπησαν,
κι ήταν σαν κεροστάσι 
 
στη μνήμη του απόκληρου
του Στάθη του κηφήνα,
ο άγριος πόθος των σκυλιών
πλάι στ' ανοιχτό το μνήμα!
23 Θεριστη του 2024

Παρασκευή 3 Μαΐου 2024

Ο Γλάρος

 

 

...Στη φωτογραφία,το πλοίο "Γλάρος" στο λιμάνι της Λευκάδας...
Ο ΓΛΑΡΟΣ
Σφυρά η μπουρού ! Εφάνηκε στ' άδειο λιμάνι ο "Γλάρος" !
Ιδέστε μπόι,παράστημα ! Ιδέστε αντρειά κι ορμή :
λεβέντης σαραντάπηχος ομοιάζει,και κουρσάρος!
Του αργοχαϊδεύει η Όστρια,τ' ατσάλινο κορμί, 

τον κανακευει τρυφερά,σαν μάνα το παιδί της
-πάλεψε με τα κύματα,κουράστηκε πολύ-
και μ' όλη την υπομονή και μ' όλη τη στοργή της,
σκύβει,του λέει σαν μάντισσα,ψιθυριστά στ' αυτί : 

"-Εκεί που τώρα στέκεσαι,"Γλάρε",σαν γίνεις μνήμη
και σκουριασμένα σίδερα στον σκοτεινό βυθό,
θα 'ρχονται πλούσιοι γιάπηδες και Φραγκολεβαντίνοι
μ' αστραφτερές θαλαμηγούς και κότερα σωρό! 

Και τότε,ω! τότε,μόνο αυτά τα τρία παιδιά τα νέα
που γελαστά κι ανέμελα στο πλάι σου περπατούν
τόσο φτωχά και λεύτερα,τόσο λαμπρά κι ωραία,
θα 'χουν,ψηλά απ' τους ουρανούς,για εσένανε να ειπούν 

πως μιαν ημέρα π' άστραφτε ο ηλιάτορας σαν φάρος
απάνω απ' τ' Ακαρνανικά τ' αντικρινά βουνά,
όμοια κουρσάρος στ' άδειανό λιμάνι εμπήκε ο "Γλάρος",
κι ο αιώνας κοντοστάθηκε ,του 'πε ένα "-Γεια χαρά!" 

κι εδάκρυσε για την παλιά,ποιητική Λευκάδα
που για καμπόσο, απ' τον παρά -ωιμέ- θα λωβιαστεί,
ώσπου σε μιαν του Πνεύματος άξαφνη σοροκάδα
θ' αντρειέψει πάλι και ξανά λαμπρή θ' αναστηθεί !
................................................................................
Άμποτες, "Γλάρε", να φανείς και πάλι στο λιμάνι ,
στεντόρεια και δοξαστική η πρίμα σου μπουρού
να ηχήσει,στις κουκέτες σου να μπούμε μάνι-μάνι ,
ταξιδευτές εκείνου του παλιού κι ωραίου καιρού !! 

Άμποτες, "Γλάρε",άμποτες
νά 'ρτει εκεινη η ώρα,
αγνοί κι ωραίοι σαν κάποτες,
και παραπάνω τώρα,
να ξαναγίνουμε Ποιητές
-φύτρες Σικελιανικές-
στου ήλιου,ορθοί,την πρώρα !
Άμποτες,"Γλάρε", άμποτες....
άγγελος παπαγεωργίου - λεύτερη Πίνδος  

ΥΓ Ωραία εικόνα - ωραίες ψυχωμένες εποχές - ωραίοι άνθρωποι : τα 3 παιδιά στέκονται αντίκρυ στο φακό,στητά κι ολόισια σαν κάστρα,με φόντο το κάστρο στο βάθος πίσω τους....Τότε που οι ανθρωποι έβλεπαν τον κόσμο ολόγυρα,ολοζώντανο κι όπως στ' αλήθεια είναι,κι όχι ψεύτικο και συμπιεσμένο μες στις οθόνες (κινητά,σμάρτφονς κ.λ) σαν ψάρι ψόφιο μες στο σαρδελοκούτι....

Τρίτη 9 Απριλίου 2024

Κατέβαινε ο Απρίλης -ή ο Έλβις;- τη Δωδώνης !

 

 

..Κατεβαίναμε πριν λίγο,με τ' αμάξι,την ολάνθιστη Δωδώνης.  
Στο ράδιο,ο μαγικός Έλβις με το υπέροχο "Surrender" του :   https://www.youtube.com/watch?v=O3Bj9fQkvGo (πάτα το link,ν' ακούς τον Έλβις,όσο διαβάζεις)
Στό δρόμο,ο Απρίλης,κατέβαινε με βήμα γοργό σαν σε παρέλαση .  
Ή μήπως ήταν ο Έλβις που κατέβαινε? 
Έτσι κι αλλιώς,η Μουσική είναι θεότητα,με τους επί Γης  Αγίους της (Μότσαρτ,Μπετόβεν,Τσαϊκόφσκι,Μίκη  κ.λ),αλλά μ'  υπέρτατο Άγιο,τον Έλβις που καθώς μιλάει την πιο γνωστή στον κόσμο Γλώσσα,έχει τους πιο πολλούς "πιστούς" στον πλανήτη !
Κι όχι μόνο αυτό! 
Ο Έλβις,είναι ο πιο "ευκίνητος" Άγιος : δε χρειάζεται να κουβαλάει βαριά πιάνα,παρά μονάχα με την κιθαρούλα του,μπορεί 
να σου παρουσιαστεί,παντού,απρόσμενα και στο πιτς φυτίλι,και να στήσει μπροστά σου ένα ακριβό θαύμα,μ' ένα και μόνο τραγούδι  του!  
Surrender !!!!!!!!!!!!

..Κατέβαινε ο Απρίλης -ή o Έλβις;- τη Δωδώνης, 
στ' απόσκια της Γιαννιώτικης μεσημβρινής ραστώνης, 
ανέμελος σαν  άγουρο δεκάχρονο χαμίνι. 
Κι η μόνη του υποχρέωση,κι η μόνη του ευθύνη 
 
ήταν να πέμπει ολόγυρα ερωτικά φορτία, 
σε κάθε δρόμο,κάθε οδό,και κάθε κατοικία,
 ώστε να γίνεται ο καθείς ανύποπτος Γιαννιώτης
άγγελος έκπτωτος που το φιλί,τού 'ναι προτεραιότης 
 
πρώτη κι απ' όλες πιο ψηλά,πρώτη κι απ' όλες πάνω, 
τόσο ισχυρή που, η ζωή,κάστρο ψηλά στην άμμο
 να μοιάζει δίχως το φιλί ! Πλήρης δόξας και ρώμης 
κατέβαινε ο Απρίλης -ή ο Έλβις;- τη Δωδώνης !  
  
Κι ετρίζανε στο διάβα του,οι πολυκατοικίες, 
κι άνθιζαν με ταχύτητα φωτός οι ακακίες 
απ' τα παλιά τα Καλαμά-κια ως το παλιό Ξενία, 
σε μια υπερκόσμια ερωτική σεπτή ανθοφορία !

Τετάρτη 3 Απριλίου 2024

Μια Λευκαδίτισσα κυρά

 

....Μια κυρά-Εγκλουβισάνα,απόξω απ' την εκκλησιά της Εγκλουβής στη Λευκάδα, θειά και θεά μαζί,πάναγνη γήινη Παναγιά,πάνω από θρησκείες, Θεούς,Αγίους κι εικονίσματα, ένα με τα βουνά πίσω της και τη φύση την αιώνια μάνα του ανθρώπου...
..Μια Λευκαδίτισσα κυρά,
μια θειά Εγκλουβισάνα,
έκατσε πλάι στην εκκλησιά
για προσευχή και τάμα
στη μαυρομάτα Παναγιά
και στο θεό τον Πάνα : 

-Εσύ γλυκιά μου Παναγιά,
φύλαγε τους ανθρώπους,
όπου γυρνούν κι όπου πατούν
σ' όλης της Γης τους τόπους!
Προστάτεψε τη ζήση τους
τους κόπους και το βιός τους! 

-Κι εσύ προστάτη των βοσκών
και των ψαράδων,Πάνα,
θεούλη τραγοπόδαρε,
ψάλλε γλυκόν παιάνα
στη φύση που 'ναι η άγια
τ' ανθρώπου η πρωτομάνα : 

καλός και άγιος ο Θεός
κι οι δώδεκα Αποστόλοι,
μα η φύση με τ' απέραντο
λαμπρό της ανθοστόλι
είναι του κόσμου τ' άχραντο
το μέγα αραξοβόλι !
...................................
Αυτά είπε η Λευκαδίτισσα
κυρά,κι απάνωθέ της
χαμήλωσε ο ηλιάτορας
ο μέγας ευεργέτης, 

κι εχρύσωσε την Εγκλουβή,
με τα μαλάματά του,
με τα χρυσά λαμπιόνια του
και με την αστραψιά του! 

Κι εκεί στ' απομεσήμερο,
ήλιος,βουνά και Πάνας,
την προσευχούλα τη σεπτή
της θειάς Εγκλουβισάνας, 

τη βάλαν',βάτο άκαυτη
κι αράγιστο καντήλι
να καίει στο Λευκαδίτικο
το μαύρο της μαντήλι...
Άγγελος Παπαγεωργίου Άγγελος Παπαγεωργίου - λεύτερη Πίνδος-25 Απρίλη του 2024