Συνολικές προβολές σελίδας
Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2025
ΤΟ ΞΟΔΙ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑ-ΒΑΣΙΛΗ ΓΕΩΡΓΟΥΛΗ,ΣΤΟΥΣ ΧΟΥΛΙΑΡΑΔΕΣ
Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2024
Τα χέρια
Ανοίξεις μέτραγε σωρό,
κι όμορφα καλοκαίρια
που εζήσαν', χρόνια είκοσ' οχτώ !
Της τρέμανε τα χέρια!
Κι αναθυμιούνταν τις χαρές,
τα ερωτικά νυχτέρια,
κι όλες τους τις ωραίες στιγμές!
Κι εσταύρωνε τα χέρια
σαν δέηση και σαν προσευχή,
σαν άσπρα περιστέρια
που ετρέμανε στην προσμονή :
τώρα δυο ξένα χέρια
στα δυό θ' ανοίγαν' το κορμί
του άντρα της,κι ακέρια
θα εσκίρταγε σαν το πουλί,
μες στου γιατρού τα χέρια
του Γιάννη η άρρωστη καρδιά,
και γιατρεμένη πλέρια
στα στήθια θα 'μπαινε ξανά!
Της τρέμανε τα χέρια !
.............................................
Χορό,πιο πέρα, των σπαθιών,
χορεύαν' τα νυστέρια !
Κι έψελνε αυτή "-Πάτερ ημών...!"
Κι έσφιγγε μες στα χέρια
τ' Άγιου το φυλαχτό, η φτωχή!
...Ενύχτωσε..Τ' αστέρια
ύπνο τής στάλαξαν βαθύ !
Γείραν' τα δυό της χέρια
σαν της βαρκούλας τα κουπιά,
σαν ξέπνοα περιστέρια
παραδομένα στο βοριά!
Χέρια..! Καημένα χέρια...!
Μα ξάφνου, μέσα στη σιωπή
της νύχτας,την αιθέρια,
του χειρουργείου άνοιξε
η πόρτα !Όμοια αγιοκέρια,
του χειρουργού ξεπρόβαλαν
τ' αντρίκεια,τ' άγια χέρια :
"-Όλα καλά!" τής έγνεψε !
Κι αυτή,σαν καντηλέρια,
τα δάκρυά της άναψε,
τα πικροπεφταστέρια,
και πέφτοντας στα πόδια του,
του φίλησε τα χέρια !
ξημερώνοντας Κυριακή 17 Νοέμβρη του 2024 ,7 το πρωί μέχρι 8.20,μετά την εγχείρηση του Γιάννη.
Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2024
A Casa d' Irene (Γυναίκες που είστε όμορφες...)
...μια όμορφη γυναίκα σαν ξωθιά στο βράχο,ολόιδια με τη γοργόνα της Κοπεγχάγης,και σε απόλυτη αρμονία με την πέτρινη ολόγυρά της φύση....οι όμορφες γυναίκες δίνουν ζωή/εμπνέουν/πάνε τον κόσμο μπροστά,αιώνες τώρα...
ποτέ σας δε γερνάτε
ποτέ δεν ασχημαίνετε
ποτέ δεν αρρωστάτε,
λάμπετε ωσάν αποσπερνές
ξωθιές ψηλά σε βράχο
που βγαίνουν και τρελαίνουνε
τους καλογήρους του Άθω
και σκίζουνε τα ράσα τους
και τα Ευαγγέλια καίνε,
και τραγουδάν' στις λαγκαδιές
το "A Casa d' Irene".
..........................
Και μοναχά από έρωτα
βράδυ-πρωί "αρρωστάτε",
σαν τις ψηλές αλυγαριές
τρέμετε και λυγάτε,
βρίσκετε το καυτό φιλί
το μελωμένο στόμα
την πυργωμένη αγκαλιά
το εφηβικό το σώμα,
παίρνετε-δίνετε ζωή,
μπροστά τον κόσμο πάτε.
Γυναίκες που είστε όμορφες
ποτέ σας δεν γερνάτε.
ά. -10 Αυγουστου 2019
Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2024
Οι "μοναχιάρες"
Μαζεύοντας σήμερα το πρωί στο χωριό, τις τελευταίες καρύδες, της αποκαρδιωτικής -λόγω ξηρασίας- φετινής σοδειάς...Ελάχιστες καρύδες...Μια εδώ, μια καμπόσα μετρα παραπέρα...Οι παλιοί τις έλεγαν "μοναχιάρες",μονάχες δηλαδή ....Έπεφταν δυο και βάλε βδομάδες μετά απ' εκείνες που είχαν πέσει σωρηδόν και μαζεμένες...Είχαν πολύ σκληρό κέλυφος, έσπαγαν δύσκολα....Είχαν κι αλλιώτικη γεύση.....Σαν να 'χαν ποτίσει απ' τ' άρωμα της ερημιάς ,ολομόναχες για κάμποσο καιρό,ψηλά στα κλαριά,αυτές, τ' άστρα και τ' αηδόνι που τραγούδαγε δίπλα τους πικρά το θάνατο που κατέβαινε κι όλο θα κατεβαίνει σαν καταιγίδα πέρα απ' τα βουνά...
Για τις καρύδες θα σας πω τις "μοναχιάρες"
-έτσι τις λέγανε οι γερόντοι στα χωριά,
εκείνες που, ψηλά απ' της καρυδιάς τις κλάρες,
πέφταν' αργότερα απ' την άλλη τη σοδειά,
δυο-τρεις βδομάδες αφού είχαν πέσει οι άλλες,
οι άλλες που 'χαν στα σακκιά πια μαζωχτεί.
'τούτες λοιπόν ,μιά-μιά σαν τις αριές τις στάλες
βροχούλας σιγανής,επέφτανε στη γη,
ολομονάχες ,σαν καιρό να εμελετούσαν
την κάθοδό τους,σαν παράσταση στερνή
να 'ναι, ακριβώς έτσι όπως πάντα επιθυμούσαν:
μοναχική και προπαντός σιγαληνή !
Πέφταν' λοιπόν,και ν' ανασάνουνε, είχαν τόπο,
μιά εδώ, μιά δεκαπέντε μέτρα παρακεί,
τόπο και, τον χινοπωριάτικο ήμερο όρθρο
της Όστριας ν' απολάψουν, πριν ο ήλιος βγει,
και τις μαζώξει ο νοικοκύρης, απορώντας
πώς είχαν μείνει τόσο απάνω στα κλαριά!
Ο νοικοκύρης που, καιρό μετά, χτυπώντας
το κέλυφός τους, να τις σπάσει,ίδια, ξανά
δοκίμαζε έκπληξη που, στου σφυριού τη βία,
αντιστεκόντουσαν με πείσμα σθεναρό,
ωσάν πλασμένες απ' ατσάλινη ουσία,
ωσάν γρανίτες γεννημένοι στο βουνό!
Μα κι όταν ,τέλος, έσπαζε καμιά , με βιάση
λαίμαργα τρώγοντας την ψίχα ,μια στυφή
γεύση απ' αγίνωτο, άγριο,ένιωθε, κεράσι,
και μια κρυάδα από Δαμασκηνό σπαθί,
έτσι που ολομονάχες μακριά απ' τις άλλες
καρύδες,είχαν πλάσει φρόνημα γερό,
έτσι που μες στη σιγαλιά, τις πιο μεγάλες
Γραφές της Πίνδου, εμελετήσανε καιρό,
έτσι που ωσάν και τους μοναχικούς αλήτες
που βλέπουν τ' άφαντα μακριά απ' το συρφετό,
είδαν μονάχες στα κλαριά καμπόσες νύχτες,
τι παναπεί θεός κι ερμιά και ριζικό ,
τι παναπεί να τραγουδάει πικρά τ' αηδόνι,
στη ρεματιά τη δασωμένη τη βαθιά,
το θάνατο που εκίνησε κι όλο ζυγώνει,
σαν καταιγίδα μαύρη πάνω απ' τα βουνά.
ά. - λεύτερη Πίνδος/Χουλιαράδες
Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2024
Ποίηση θα πει ...
https://www.youtube.com/watch?v=FBFaWz4gATY
..."κι
ο ζων νεκρός της μνήμης μας/ μια πτήση στον αιθέρα/ στο χάος και στο
όνειρο/ απελπισιά χορτάτος..."(Αργ. Μπακιρτζής)...αληθινά ποιήματα δεν
είναι αυτά που γράφονται και τα διαβάζουμε...αληθινά ποιήματα είναι οι
στιγμές οι σπάνιες που τις ζούμε και τις "ρουφάμε" ως το μεδούλι...άρα
λοιπόν,η Ποίηση είναι ολούθε γύρω μας,θέλει μάτια και ψυχή ανοιχτά,για
να "διαβαστεί"... ας πούμε, ποίηση,είναι να κάθεσαι και να ρεμβάζεις
αγναντευοντας πέρα μακριά τον παγωμένο ορίζοντα με το Μιτσικέλι να
στεφανώνει τα τριώροφα της γειτονιάς (photo),κι όπως ακούς την Αρζεντίνα
του Αργύρη Μπακιρτζή,ένα τραγούδι τοσο πολύ πλημμυρισμένο με θάνατο,να
νιώθεις εκείνη την ώρα,αθάνατος κι υψωμένος...να νιώθεις δηλαδή,μια
στιγμή αθανασίας,ή σωστότερα να νιώθεις και να ζεις 85 δευτερόλεπτα
αθανασίας,όσο διαρκεί αυτό το θεσπέσιο άσμα....και μαζί, να λούζεσαι
κατάβαθα στην ποιητική αχλή του εξαιρετικού αυτού τραγουδιού, σε σημείο
που να βλέπεις αντίκρυ,παρακάτω απ' την αυλή,τα τσιμεντένια τριώροφα, να
"ζωντανεύουν" , να σε κοιτάνε και να τα κοιτάς, να ξεκολλάνε απ' τα
θέμελά τους,και να σπεύδουν να σ' ακολουθήσουν στο ρίγος που νιώθουν να
σε τυλίγει εκείνη τη στιγμή,και σ' έχει από ώρα οδηγήσει ψηλά στις
μενεξεδένιες ατραπούς της αισθαντικότητας....(τώρα,νομίζω το βρήκα:το να
'σαι αισθαντικός,αυτό είναι το ζητούμενο,αυτό είν' η Ποίηση,να ζεις
δηλαδή μ' ευαισθησία τη ζωή σου,έτσι που να την κάνεις ποιημα....
..Μια σταλιά,κι αυτός,μεγάλος
για να νιώσει ποιητής,
μ' όλο της ψυχής του τ' άλγος
να πετάει μεσουρανίς,
του γραφείου του την κουρτίνα
παραμέριζε φυρή,
έβαζε την "Αρζεντίνα"
του Αργύρη Μπακιρτζή,
κι όπως ο "νεκρός της μνήμης"
τόσο "ζων",στο δείλι,τον
κατελάμβανε εξ απίνης,
έμφορτο ωραίων μνημών,
άφηνε να τον συνθλίβει
του θανάτου η γιορτή!
Κι ούτε που 'πιανε μολύβι,
κι ούτε που άγγιζε χαρτί.
Τι να έγραφε,και τι να
στιχουργούσε ο καψερός,
όταν "βρόνταγε" η Αρζεντίνα
πλάι του μεγαλειωδώς,
αψεγάδιαστα στακάτο,
κι άφταστα μελωδικό,
της ζωής και του θανάτου
τον αιθέριο γλυκασμό;
Ποίηση θα πει -σκεφτόταν- :
γίνομαι αθάνατος
σαν τη μάνα-Πίνδο,όταν
μ' έχει ζώσει ο θάνατος.
Κι όπως μάντευαν το πάθος
σύγκορμα που τον δονεί,
τα τριώροφα στο βάθος,
παρακάτω απ' την αυλή,
τους εράιζαν' τα τσιμέντα,
τους ετρίζανε οι αρμοί,
τους εγιόμιζε από μέντα,
του βουνού,η κυρτή σκεπή,
κι αναλήπτονταν ταχέως
στις ουράνιες ατραπούς,
όπου ίπτατο ακμαίος
ο ποιητικός του νους,
σάμπως να 'θελαν' κι εκείνα
σάμπως να 'θελαν' κι αυτά,
μπαίνοντας σε μιά του ρίμα,
να γενούνε αθάνατα!
ά.
Κυριακή 7 Ιουλίου 2024
Mιλτιάδης Σιαφάκας -ένας ευαίσθητος δουλευτάρης (1926-2011)
Προχτές στις 11 Νοέμβρη του 2011, διάβηκε τον Αχέροντα ο μπάρμπας μου ο Μιλτιάδης ο Σιαφάκας, ο δίδυμος αδερφός της μάνας μου.
Ο μπάρμπας μου ήταν ένας σοφός, λαϊκός άνθρωπος.
Ένας λεβέντης Ηπειρώτης απ' την Κράψη - ένα χωριό 25 χιλιόμετρα μακριά απ'τα Γιάννενα. Ένας άκρως ευαίσθητος άνθρωπος, ένας χωρατατζής, που μας ορμήνευε με τρόπο που μοναχά μετά από χρόνια , όντας 45άρηδες ..και βάλε, πλέον, μπορέσαμε να νιώσουμε και να εκτιμήσουμε.
Ο μπάρμπας μου ήταν άρχοντας, γιατί γράμματα δεν έμαθε , αλλά μας δασκάλεψε σαν δάσκαλος σοφός , γιομάτος αγάπη κι ευαισθησία ασυνήθιστη για ανθρώπους του συναφιού του.
.......
Να πω εδώ , σχετικά με το επίθετο "Σιαφάκας", ότι "σιαφάκ" σημαίνει λυκόφως...
Χαραυγή, δηλαδή.
Χάραμα.
Ζωή.
Φως.
Λεβεντιά.
Αγώνας.
Κι ο μπάρμπας μου ο Μίλτος, πιο πολύ απ' όλους μας, ήξερε τι θα πει "αγώνας". Αυτός που, φτωχόπαιδο απ' την Κράψη, κίνησε για τα Γιάννενα και πάλεψε με θεούς και δαίμονες, ώσπου να ορθοποδήσει.
Και δούλεψε.
Και πρόκοψε.
Και κάρπισε. ..........
Τη νύχτα που 'φυγε, φύσαγε δαιμονισμένα στα Γιάννενα.
Βοριάς 8 μποφώρ...
Το ίδιο δυνατά φύσαγε και τη μέρα της ταφής !
Λες κι είχε βαλθεί ο βοριάς ν' αντρειωθεί τόσο που να μπορέσει σαν τρανός ντελάλης να μολογήσει τον μπαρμπα-Μίλτο και να τον ακουρμαστεί η σχωρεμένη μανούλα του στις ανεμόραχες πέρα στην Κράψη.....
Βοριά που δέρνεις τα κλαριά
και το φτωχό σπουργίτη,
το Μιλτιάδη ζύγωσε
να κλάψεις τον Κραψίτη.
Κι ύστερα, κάτσε κι άλειψε
με του βουνού τα μύρα,
έναν αητό που τα 'βαλε
με του φτωχού τη μοίρα,
και πάλεψε και δούλεψε
και ζύμωσε την πέτρα
και κάρπισε σαν τα γερά
τα 'βλογημένα δέντρα,
γιατ' είχε μάνα αρχόντισσα
και πάππο από την Κρήτη,
λεβενταρά Κρητίκαρο
αητό του Ψηλορείτη,
κι είχε κι αντάρτη αδερφό
που 'πιε πικρά φαρμάκια
και στήθηκε στ' απόσπασμα,
χωρίς πανί στα μάτια,
κι είχε και Σιαφακαίικο
αίμα που σιγοβράζει,
λεβέντη κι ασπροπρόσωπο
στα ζόρια να τον βγάζει.
.......................................
Βοριά που δέρνεις τα κλαριά
και το φτωχό σπουργίτη,
το Μιλτιάδη ζύγωσε
χαιρέτα τον Κραψίτη.
Και χάραξε, καταμεσής
της μαρμαρένιας πλάκας :
"Eδώ αναπαύεται ήσυχος
ο Μίλτος ο Σιαφάκας...
..."σιαφάκ" θα πει ξημέρωμα,
"σιαφάκ" θα πει λυκόφως,
που βγαίνει ο ήλιος στον ντουνιά,
τρανός, λαμπρός κι ολόρθος,
έτσι όπως βγήκαν στη ζωή,
όλοι οι Σιαφακαίοι :
ολόρθοι κι απροσκύνητοι
κι αδάμαστοι κι ωραίοι" !
..............................
Κρύος βοριάς τον έθρεψε,
κρύος βοριάς τον παίρνει,
κι όποιος χαθεί με το βοριά,
ποτέ του δεν πεθαίνει !
Τον μολογάει ο βοριάς
κι όλο τον τραγουδάει !
Κανένας δεν τον λησμονά !
Κανείς δεν τον ξεχνάει !
Δευτέρα 24 Ιουνίου 2024
Ο δρομέας
(...Στίχοι μου,γραμμένοι χτες 23 του Θεριστή του 2024,μετά από δίωρο τρέξιμο στα Λάπατα (Τζουμέρκα),απ' όπου κι η φωτογραφία,για το πώς βιώνω τις στιγμές,τις αιώνιες για μένα,που τρέχω πάνω στα βουνά.Στιγμές γιομάτες Ποίηση,κι αίσθηση αθανασίας,αφού εκεί ψηλά,ο θάνατος κι η φθορά καταργούνται,άμα καλπάζεις σαν λεύτερο άτι,φορώντας τα ελάχιστα,για να μπορεί να μπαινει στο αίμα σου ο ζωηφόρος κοσμικός αιθερας.Η έμπνευση,εκεί ψηλά..Η ζωή,εκεί ψηλά...Τα βουνά και το Σύμπαν,που μόνο εκεί ψηλά,με φιλεύουν στίχους και μελωδίες για τα τραγούδια μου,που πουθενά αλλού δεν θα μπόραγα να βρω...)
Εφτά χιλιάδες λεύγες,
βαθιά μέσα στις φλέβες
του εντός του-αγνώστου δαίμονα,
κάτι στοιχειά αρχέγονα,
παράξενα κι αγέρωχα,
ατίθασα κι αμέρωτα,
βογκούν κι εκστασιάζονται,
μα νά 'βγουν έξω σκιάζονται !
.........................................
Κι αφού δεν τα εξουσιάζει,
μεθύσι αλλιώτικο τούς τάζει,
να τούς περάσει χαλινά,
για μια στιγμούλα μοναχά ,
μπας και του πουν τ' ανείπωτα,
τ' άγνωρα και τ' ανείδωτα !
..............................................
Τούς τάζει μέθη, μ' άγιο ιδρώτα
απ' των μυώνων του τη ρότα !
................................................
Με του δρομέα το ρυθμό,
διαβαίνει πάνω απ' τον ισθμό
της άχαρης βραδύτητας,
στης κάθιδρης ταχύτητας
τα ύδατα τα χωρικά,
τ' απύθμενα, τα φωτεινά !
...............................................
Και πάει γοργά κι αντέχει
και λάμπει, καθώς τρέχει !
................................................
Μέσα στις σάρκινες τις κρύπτες,
αντάρτες-λαγονοψοϊτες,
αχίλλειοι σφόδρα τανυσμένοι
και γαστροκνήμιοι ορθωμένοι,
δικέφαλοι έσω, μηριαίοι,
σωματοφύλακες ωραίοι,
στέκουν γύρω απ' τους τένοντες ορθοί
και παραλύουν του Χρόνου οι αρμοί !
....................................................
Και πάει γοργά κι αντέχει
και νιώθει καθώς τρέχει,
να του κεντά τη φτέρνα,
της Έκστασης η σμέρνα !
...................................................
Κροτούν οι μήνιγγες τρελά !
Παφλάζουν μέσα του βαθιά,
της Έμπνευσης τα κύματα!
Αγγελικά γεννήματα,
αισθήματα πρωτόγνωρα,
μεστά και γενναιόδωρα !
............................................
Και πάει γοργά κι αντέχει
και λάμπει καθώς τρέχει !
............................................
Παράδεισοι αιωρούμενοι,
στον ίδρο του πλεούμενοι,
μες στις αυλαίες των ματιών του,
γνέθουν τ' αλλιώτικο ποιόν του !
Στο στάσιμο παρόν εισδύει,
κάθιδρος το διακορεύει,
στην κόπωσή του επενδύει,
σ' ωραίους Τόπους ταξιδεύει !
............................................
Κι όπως χτυπά τη γη γοργά,
το στιβαρό του πόδι,
ξυπνάει εντός του τη βαθιά,
τη φύση τη ζωώδη .
Γίνεται ελάφι, αητός και σκύμνος
και δαίμονας ωραίος,
και το λαχάνιασμά του ύμνος,
στου σώματος το κλέος !
Και μες στο σώμα τ' ανθηρό,
το σώμα τ' αρχαγγελικό,
φέγγει ένα πνεύμα ζωηρό,
άμοιαστο, σφόδρα αιρετικό !
Κι ως σάρκινη ρομφαία,
κινούμενη κι ωραία,
στα δυο την Πλάση σκίζει
και τ' Όμορφο ορίζει !
...........................................
Και πάει γοργά κι αντέχει . . .
Και λάμπει, καθώς τρέχει !
...........................................
Κάτι νεράιδες-ενδορφίνες,
βαθιά απ' της Έμπνευσης τις δίνες,
βγαίνουν με βελονάκια μυστικά,
θαύματα να κεντήσουνε χρυσά !
..........................................
...Μες στου κορμιού την αλαβάστρινη αλκή,
οπού 'χει κράτος κι εξουσία η ζωή!
άγγελος-23 Θεριστή του 2024-μετά από τρέξιμο στα Λάπατα (Τζουμέρκα),απ' όπου κι η φωτογραφία...
Κυριακή 23 Ιουνίου 2024
Ο Στάθης απ' το Κιάτο
Παρασκευή 3 Μαΐου 2024
Ο Γλάρος
Τρίτη 9 Απριλίου 2024
Κατέβαινε ο Απρίλης -ή ο Έλβις;- τη Δωδώνης !
Τετάρτη 3 Απριλίου 2024
Μια Λευκαδίτισσα κυρά






%CF%80%CE%BB%CE%B7%CF%81%CE%B7%CF%82%20%CE%BC%CE%B5%20%CF%87%CF%81%CF%89%CE%BC%CE%B1.png)
