....όπου χτες 30 του Δεκεμβρη, περαστικός στις 3 το μεσημεράκι απ' την πανέμορφη Ναύπακτο, βρεθηκα στο πάρκο του Θερβάντες...κι άμα φωτογραφισα τον Σπανιόλο γιγαντα του πνεύματος, ανηφορίζοντας συναντησα μια κυρούλα την ωρα που χωνόταν σ' ενα αμάξι, κουβαλώντας 2-3 λαμπάδες κι ένα μπουκάλι λάδι...προφανώς πήγαινε στην εκκλησιά να ..ταχτοποιήσει το προγραμματισμένο της αλισβερίσι με τους Αγίους...πέντε βηματα παρακάτω, ο Άγιος του πνεύματος, ο μέγας Θερβάντες, ολομόναχος κι ωραία παραδομένος στον άνεμο, στο κύμα και στη μοναξιά των Αιώνιων Ρομαντικών Τρελών Της Πέννας....θά 'ρθει -σκέφτηκα- καιρός , που σ' όλη τη Γης, αυτούς και μόνο τους παγκόσμιους Άγιους θα προσκυνάμε: τον Θερβάντες, τον Όμηρο,τον Γκαίτε,τον Παγκανίνι,τον Πλάτωνα,τον Νταβίντσι...
Κυρά μου Ναυπακτιώτισσα,
πού πας με τις λαμπάδες
και με το λάδι στον τορβά
να κάνεις τεμενάδες
στην Παναγιά και στο Χριστό
και στους Αγίους Πάντες;
Άμε στο μικρολίμανο
στο πάρκο του Θερβάντες
να προσκυνήσεις το Υψηλό, το Φως,τ' Άφθαρτο Πνεύμα,
Αν θες ν' ακούσεις πώς ριγά και πώς σημαίνει η πέτρα, πέρνα το Ρίο ζύγωσε κι ανέβα στα Τζουμέρκα, να κοινωνήσεις το θρασκιά ψηλά στα χίλια μέτρα μακριά απ' της πόλης τον αχό κι απ' των αστών τη λέπρα, εκεί δεν είναι Μέτσοβο Κόνιτσα και Ζαγόρι, να σου ..πουλάνε το βουνό μεσάζοντες κι εμπόροι ογδόντα ευρώ το δίκλινο δέκα τα μακαρόνια τριάντα το τηλεφερίκ κι είκοσι οχτώ τα χιόνια,
δεν είναι εκεί για γιάπηδες δεν είναι για τουρίστες, είναι εκκλησιά για της ερμιάς και του βουνού τους μύστες, σπίτια κλεισμένα από καιρό γκουστέρες και σπουργίτες να βγαίνουν να σε υποδεχτούν γερόντοι μακαρίτες με ρακογυάλι στο δεξί και στ' άλλο το λουκούμι να πέφτει απάνω παγερή βροχή με το τουλούμι , να πέφτουν χρόνια απείραχτα κι αμάραντοι αιώνες βαμπάκι στα μηλίγγια σου και χάδι στις λαγόνες, να παίζει η νύχτα σινεμά των ταπεινών τα έργα στο κινηματοθέατρο "Σινε-Ψηλά Τζουμέρκα" να μπαίνεις μ' εισιτήριο ματιά σαλού μονάχα, να βγαίνεις ίσια να τραβάς για του βουνού τη στράτα πίσω ποτέ να μη γυρνάς μηδέ να κατεβαίνεις, να σφάζεσαι απ' την ομορφιά ποτέ να μην πεθαίνεις...
ά.
Ο MALKOLM LOWRY Ο ΠΟΙΗΤΗΣ(22 Ιούλη 1909 - 26 Ιουνη 1957) "Ενθάδε κείται ο Malkolm Lowry,του οποίου οι στίχοι ήταν ανθηροί και συχνά λαμπεροί.Ζούσε νύχτα,και τη μέρα έπινε,και πέθανε παίζοντας γιουκαλίλι" αναγράφεται πάνω στον τάφο του Malkolm Lowry !... Ο Malcolm Lowry(1909-1957),άγγλος ποιητής και πεζογράφος, εγινε γνωστός από το μυθιστόρημα του Κάτω Από Το Ηφαίστειο,το αριστούργημα που συγκαταλέγεται στα 10 σπουδαιοτερα βιβλία του 20ού αιώνα. Το «Κάτω από το Ηφαίστειο» αποτελεί το έργο ζωής του Malcolm Lowry, με έντονα τα αυτοβιογραφικά στοιχεία, τις εμμονές, τους εφιάλτες, τα παιδικά τραύματα και τις ανησυχίες του συγγραφέα.Το «Κάτω από το Ηφαίστειο» είναι για τον Malcolm Lowry μία «μεθυσμένη Θεία Κωμωδία». Η λογοτεχνία και το αλκοόλ ήταν οι δύο εμμονές του. Ο αλκοολισμός και οι ψυχικές διαταραχές σκίασαν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής μπαινόβγαινε σε κλινικές. «Έπινε τα πάντα» έγραψε αργότερα η σύντροφός του Jan Gabrial στο βιβλίο της «Μέσα στο Ηφαίστειο». Πέθανε στις 26 Ιουνίου του 1957 από υπερβολική δόση υπνωτικών. Ο MALKOLM LOWRY Ο ΠΟΙΗΤΗΣ Όλος ο κόσμος, τις νυχτιές ,πηγαίνει και πλαγιάζει, κι ο Malkolm Lowry ο ποιητής , ποτέ δεν ησυχάζει, τη νύχτα , γράφει σαν τρελός, τη μέρα πίνει ουίσκυ, ο οίστρος θέλει οινόπνευμα κι η Τέχνη θέλει πίστη, θέλει και χίλιους εαυτούς ν' αλλάζεις κάθε ώρα καθώς αλλάζει ο άνεμος στου καραβιού την πρώρα, να πολεμάς, να δέρνεσαι, ν' αγκομαχάς, να στέργεις, να πας δεξιά, να πας ζερβά, νά 'ρχεσαι και να φεύγεις, σαν Κάτω Απ' Το Ηφαίστειο,αγρίμι λαβωμένο που η λάβα ως φτάνει, σούρνεται, 'μπρός-πίσω αλαφιασμένο, για μιαν ακόμα ανασεμιά,για μια αστραψιά στο δείλι για μια στερνή του ανέμου ηχώ,σαν από γιουκαλίλι. ...................................... Όλος ο κόσμος,κόσμο πάει τη μέρα για να βρίσκει, κι ο Malkolm Lowry ο ποιητής ,βουλιάζει μες στο ουίσκυ, γερά φτερά να βγάλει ο νους,ν' αναληφτεί να φύγει με πέντε λέξεις ακριβές στην άκρη στο μολύβι. ά. - λεύτερη Πίνδος
ΣΤΟΥ ΛΥΚΟΥ ΤΟΝ ΝΤΟΡΟ Τη λευτεριά μου την κερδίζω τρέχοντας πάνω στα βουνά, γυρνώ κι η πόλη τζαμπουνά τον ίδιο το χαβά τον γκρίζο,
τι τύχη να 'χεις, μες στους τοίχους κλεισμένος σαν τον Ιωνά στα καπνισμένα, παγερά σπλάχνα του τσιμεντένιου κήτους,
τρεις σβόλους που ευτυχώς βαστάτε χώμα απ' τα διάσελα ψηλά, παπούτσια μου αθλητικά που σας τιμάω και με τιμάτε,
σαν το χαλί του μουσουλμάνου απλώνω στο μωσαϊκό και πέφτω να προσευχηθώ με το μυαλό στην Πίνδο πάνω,
δέκτες, μεγάφωνα κι αντένες, σκουριάζουν , κλείνουνε, σιγούν, άγιοι πευκώνες τραγουδούν και λεύκες Παναγιές Παρθένες,
ο άθλος μου όλη η σερμαγιά μου, παράδεισός μου το βουνό, μια ίντσα γης απ' τον ντορό του λύκου, η επικράτειά μου. ά. -λεύτερη Πίνδος
...η λευτεριά κερδίζεται κάθε μέρα με κόπο κι αγώνα...εννοώ το να μπορεί κάποιος να μένει προσηλωμένος σ' αυτά για τα οποία πιστεύει ότι ήρθε σε τούτο τον κόσμο... κατά τ' άλλα,πες το ψυχαναγκασμό, πες το προσευχή του άθρησκου(?) δρομέα, αν δεν μνημονεύσω κάθε τόσο τα βουνά και το τρέξιμο πάνω σ' αυτά, αισθάνομαι-φοβάμαι πως θα μου ..θυμώσουν, και την επόμενη φορά που θ' ανέβω να τρέξω πάνω τους θα μ' αφήσουν μεσοστρατίς να μείνω από δυνάμεις... λευτεριά λοιπόν είναι τα βουνά,λευτεριά δυο φορές το να τα περπατάς,λευτεριά τρεις φορές να τα τρέχεις, λευτεριά χίλιες φορές να τα τρέχεις όπως σε γέννησε η μάνα σου...μονάχος σου πάντα, για ν' ακουρμάζεσαι καλά και καθαρά το αίμα σου και τη μοίρα σου να κοπανάνε στη φλέβα και στην ψυχή βαθιά.... ά. -λεύτερη Πίνδος
...η πιο μεγάλη νύχτα του χρόνου -22 Δεκέμβρη- διάβηκε-χάθηκε προχτές...η άλλη η "νύχτα" μένει , βαριά ακόμα, χρόνια τώρα......τι θριαμβεύει πάντα; η ομορφιά...οι πάσης φύσεως ανθοί.....
Μονάχα αν κόβει ο Έρωτας βαθιά, όσο βαθιά πονάει και σφάζει ο Θάνατος, μπορεί στο διηνεκές, ψηλά, μακριά, ν' ανθίσει και να φτερουγάει αθάνατος,
αδύνατος, μ' ακέφαλο κορμί, να 'χει μετρήσει μύρια μαχαιρώματα, ποτάμια δάκρυ κι αίμα να 'χει πιει στο πάτωμα, χιλιάδες ξημερώματα. ά. -24 Δεκέμβρη του 2015
προχτές, τρεχοντας στα Τζουμέρκα, θαρρώ πως είδα ντορό λύκου πάνω στο χιόνι...μπορεί να 'ταν κι απ' άλλο αγρίμι, όμως εγώ λύκους "βλέπω" κι "ακούω" όταν τρεχω εκεί στο βουνό στα 1400 μετρα ψηλά, γυμνός απ' τη μέση κι απάνω μες στο χιόνι...ένας λύκος που τρέχει στο χιόνι, είναι ένας τετράποδος δραγουμάνος του καλπαζοντος λευκού φωτός....είναι ένας υλακτών απόστολος της απόλυτης ελευθερίας που κουβαλάν' μονάχα οι μόνοι....ένας μοναχικός τενόρος των πετροδιάσελων....ένας τριχωτός , με δόντια-καρφιά στους αιώνες,προφήτης του βουνού...
(Τ' ομορφότερο, το πιο μακρύ καθημερινό ταξίδι μου, άμοιαστο και δίχως διόλου φράγκα : το ταίριασμα στίχων και μουσικών, την ώρα ακριβώς που τρέχω ψηλά στα βουνά, λεύτερος όσο το ποτάμι κι ο άνεμος, κι ανθρώπινος όσο τα ζουλάπια εκεί όξω ....Αλλιώτικος κάθε μέρα, κατά πώς παίζει κάθε φορά τον ταμπουρά του ο θρασκιάς της Πίνδου...)
Ο άθλος θρέφει το κορμί, κι η τέχνη όμως το θρέφει, η γλύκα του στιχοπλοκιού, της μουσικής η μέθη, να πλάθω, να πρωτογεννώ τα που άλλος δεν εγέννα, -άμοιαστος- με το αίμα μου τη λύρα και την πένα,
να χαίρομαι να κοινωνώ του κόσμου την ουσία, την αρμονία, το υψηλό και την αθανασία...
Μα, σαν τύχει και γίνονται μαζί, τέχνη και άθλος, λαλούν πουλιά στη φλέβα μου κι αναγαλλιάζ ει ο Άθως,
λαφάκι τρέχω ακούραστο κι άκακο, αθώο αγρίμι, με την ορμή του ποταμού με του βουνού τη μνήμη,
σάρκα αργασμένη απ' τον Νοτιά κι απ' του ίδρωτα την άλμη, νάρκισσος στης Ανοίξεως την πορφυρή θαλάμη
ο σκανταλιάρης να πατά ο Μάρτης τη σκαντάλη να γέμω πέρα, απ' ερημιά κι απ' εμορφιά και ζάλη,
να κάνω στίχο το βοριά της Πίνδου τον απάχη, τραγούδι τ' άστρο, την ιτιά, το βράχο και το στάχυ,
ύμνος και θούριο ν' αντηχεί πλασμένο εκεί επί τόπου και ψαλμουδιά ευλαβική στη σιγαλιά του όρθρου,
να 'ρχεται ο δέσποτας-θρασκιάς με παπαδάκια-κράνα, της Πίνδου ανάρια να βαρούν την πέτρινη καμπάνα,
να με βλογάνε τρέχοντας και να μεταλαβαίνω τη γνώση και τον έρωτα τον ήλιο και τον Γραίγο
και να μου δίνουν πρόσφορο και υπερούσια ουσία, την πέτρα και τον ποταμό και την αθανασία,
κι όλο να τρέχω, κάθιδρος της Αρμονίας περάτης κι από την Πλάση όλη να υμνώ πιότερο τα βουνά της,
ότι βουνό η μοίρα μας, βουνό το ριζικό μας, να κουβαλάμε τον βαρύ ανθρώπινο Σταυρό μας,
βουνό και το κορμάκι μας στης πόλης τη μαγάρα κι ας θα το πάρει ο άνεμος το χώμα κι η αντάρα.
ΚΩΣΤΑΣ ΣΟΝΤΗΣ-"ΑΝΤΑΡΤΗΣ" -Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ(21 Γενάρη1965- 6 Νοέμβρη 2015) Και τώρα, Αντάρτη , ποιος θα βγαίνει ταχυδρόμος της άνοιξης του σύγνεφου και των πουλιών, στους Χουλιαράδες ; Kούφιους θ' αντηχάει ο δρόμος αλαλαγμούς των "γνωστικών" των "λογικών",
κι εσύ στον Άραχθο τις νύχτες την καμπάνα βαριά θα κρού'ς μπας και σ' ακούσει ο Θεός να κατεβεί που του 'χεις έτοιμη τζιβάνα να μαστουρώσει, τον ντουνιά να φκιάσει αλλιώς... ά. - λεύτερη Πίνδος- 7 Νοέμβρη του 2015
...απ' τα 3 ως τα 6 χρόνια μου, "μαθήτεψα" σαν ακροατής,στα σχολεία των χωριών όπου δασκάλευε ο πατέρας μου ...μετά, όταν κι ο μεσαίος αδερφός μπήκε στο Γυμνάσιο,η μισή οικογενεια νοικιασε σπιτι στα Γιάννενα...τότε πήγα κι εγω σχολειό στα Λακκώματα,στο 4ο δημ. σχολ. Ιωαννίνων...στο σχολειο των φτωχών...με παιδιά από λαϊκές συνοικίες:Καλούτσιανη, Κιάφα, Λασπότοπος...μ' άρεσε πολύ αυτό το σχολειό...το δασάκι δίπλα...η αυλή του...οι ψηλές-πανύψηλες γκρίζες, πέτρινες κερκίδες που στα μάτια μου και στο μικρό μου μπόι -παιδάκι εξάχρονο εγώ τότε- φάνταζαν σαν τα βουνά της Πίνδου που 'βλεπα στα Τζουμέρκα τριγύρω και μακριά στον ορίζοντα....απ' το '74 που ξεσκόλισα, πέρασα πάμπολλες φορές απόξω...ως και τώρα τελευταία...πάντα νύχτα...στάθηκα με τ' αμάξι,κοίταξα κάμποσο την αυλή, με είδα παιδί να τρέχω, να παίζω σκλαβάκια και μπάλα...είδα και τους παλιούς άγιους φτωχοδασκάλους μου, φεγγάρια πάνω απ' το σχολειό... την κυρία Ευρύκλεια...την κυρία Αθηνά Δρόσου..την κυρία Διαμαντούλα..τον κύριο Παύλο Μότση...αυτοί έλαμπαν...φώτιζαν κι εμένα μια στάλα...κι έλαμπα κι εγω σαν αστράκι....και ξημέρωνα παιδάκι...
(...στη photo : παιδικό -Α' δημοτικού- γραπτό του 1979...κοιτάξτε κι αγαλλιάστε: γραμματάκια στρόγγυλα σαν ζεστά κουλουρακια...περισπωμένες σαν κυματάκια...χαριτωμένες ουρίτσες του "ξ" σαν χαρταητοί λευτερωμένοι... )
Γράφει η μικρούλα η Βγενιώ για τα χελιδονάκια, τα φύλλα απ' το τετράδιο κάτασπρα σεντονάκια,
μες στα χεράκια της Βγενιώς που 'ν' της μανούλας της το Φως, ψωμί τα γραμματάκια της νά 'ρθουνε να χορτάσουν , κι οι δυο περισπωμένες της σπιτάκια να φωλιάσουν,
τα χελιδόνια της Βγενιώς που 'ν' του χινόπωρου το φως,
ώσπου να 'ρθεί ο δάσκαλος θα γλυκοξαποστάσουν, κι ώσπου να βάλει υπογραφή, στον ήλιο θα πετάξουν
τα χελιδόνια κι η Βγενιώ στη Μπαρμπαριά στη Δαμασκό... ά. - 26 Σεπτέμβρη του 2015 - λεύτερη Πίνδος