Συνολικές προβολές σελίδας

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

Οι λέξεις κι ο Διονύσιος Σολωμός.




 ... στο πλάνο του Θόδωρου Αγγελόπουλου -"Μια αιωνιότητα και μια μέρα"- ο Διονύσιος Σολωμός,  ο μέγας αλαφροϊσκιωτος της ελληνικής Ποίησης , αγοράζει λέξεις  για να τις βάλει στα ποιήματά του...

-Αλαφροϊσκιωτε καλέ,
τι βγήκες να γυρέψεις ;
 -Βγήκα να ψάξω και να βρω
και ν' αγοράσω λέξεις, 
  
οι λέξεις είναι το κρασί
και το γλυκό το μάνα,
του ερημίτη η προσευχή 
του μοναχού η καμπάνα, 

το γεφυράκι το χρυσό
τ' ολάνθιστο σοκάκι
που βγάζει απ'  τον Παράδεισο 
στο Τζάντε και στο Θιάκι, 

το μάτι, ο νους κι η κεφαλή 
η σάρκα και το αίμα 
και τ' αηδονάκι που λαλεί 
τρελό στ' απόσκιο ρέμα, 

το ρόδο , τ' άστρο, ο ποταμός 
 ο Έρωτας, το σύμπαν
τ' άσβηστο αιθέριο αιώνιο Φως 
που όσοι Ποιούν Το είδαν,

το μπάλσαμο όλα να μπορείς 
τ' αβάσταγα ν' αντέξεις 
στον κήπο της Γεσθημανής. 
Αυτό!Αυτό  είναι οι ΛΕΞΕΙΣ. 
ά. - λεύτερη Πίνδος

Το καφενεδάκι του Κώστα του Μακρή και της Γαρούφως



Ιδού στο Μώλο:το καφενεδάκι 
του Κώστα του Μακρή και της Γαρούφως,
μετ' ευλαβείας επίναμε το ουζάκι 
κι ώρες φιλοσοφούσαμε ακολούθως 

και μέρες και βδομάδες, μήνες, χρόνια,
χειμώνιαζε και τ' αψηλά πλατάνια 
απάνωθέ μας στα χοντρά τους κλώνια 
πάλλευκα εφόρουν του χιονιού καφτάνια, 

κι άσπριζε ο τόπος γύρω κι η ψυχή μας 
η ταξιδιάρα η έφηβη η τσιγγάνα, 
κι εχτύπαε μες στην πάμφτωχη ζωή μας 
του ήλιου τη χαρμόσυνη καμπάνα 

 καμπανοκρούστης σ' ένα συννεφάκι
πάνω απ' το Κάστρο ο Αη-Γιώργης ο πολιούχος,
εκεί στο Μώλο στο καφενεδάκι 
του Κώστα του Μακρή και της Γαρούφως... 
ά. - λεύτερη Πίνδος - 29 Οχτώβρη του 2015

Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2025

Η Μαλού

 

 ..Εδώ (φωτογραφία δεξιά) αναπαύεται από χτες,η Μαλού η σκυλίτσα μας ,κάτω απ' την κλαίουσα του μεγάλου κήπου που τη δρόσιζε τα καλοκαίρια.Δυο αγριολούλουδα,μυρώνουν το χώμα τ' αλαφρύ που τη σκεπάζει...(Στην πρώτη φωτογραφία,η Μαλού έτσι όπως θα τη θυμόμαστε, με το κόκκινο φιογκάκι στη μαλλούρα της. )
Τα σκυλιά, με την αθωότητά τους,την ακακία τους και την ανιδιοτελή τους αγάπη κι αφοσίωση,είναι οι επί Γης υλακτούντες άφτεροι τετράποδοι άγγελοι .
Οι βουβοί κήρυκες της αγάπης.
Οι αγράμματοι φιλόσοφοι που ,με κάθε τους παραπονιάρικο,κι υπόκωφο λυγμικό γρύλλισμα, και με το βλέμμα τους το μόνιμα υγρό και γιομάτο απορία κι άνευ ορίων καλοσύνη, "γράφουν" ,αδιάκοπα,στον αέρα ,μυριάδες γαλαξιακά μανιφέστα ανεξικακίας κι αθωότητας, να τα διαβάζει,στους αιώνες ,τ' ανθρώπινο το γένος,να δασκαλεύεται,κι όλο και παραπανω να υψώνεται μέχρι να φτάσει στο μπόι που του ετάχτη.
Εδώ αναπαύεται η σκυλίτσα η Μαλού!
Έζησε βίον γλυκύ σιμά στ' αφεντικά της,
αλλά και βίο κατά τον δαίμονα εαυτού,
έτσι που εζούσε με τα χούγια τα δικά της: 

να 'ναι στον κήπο επροτιμούσε, μοναχή,
μακριά από ευκαιριακές σκυλοπαρέες,
μα πάντα πρόσχαρη, σαν να 'χε ,λες, γιορτή,
σαν μες στ' ονείρου της τις διάφανες αυλαίες 

να σεργιανούσε! Άνθρωπος ήταν η Μαλού
στην πρώτη της ζωή,κι είχε ξαναγυρίσει
κάτω απ' τ' αστέρια του μεγάλου ουρανού ,
αλλιώς -σαν σκύλος ,τούτη τη φορά- να ζήσει: 

να ιδεί το Σύμπαν, με τα μάτια της ψυχής,
να ιδεί τον κόσμο πιο "βαθιά" και πιο καθάρια,
όπως τον βλέπουν οι υλακτούντες επί Γης
άφτεροι αγγέλοι με τα τέσσερα ποδάρια!
.........................................................................
Τώρα, ασάλευτη ,βαθιά στη μαύρη γη,
στοχάζεται πως, αν είναι γραφτό να ζήσει
τρίτη ζωή, πάλι σκυλί ας γεννηθεί!
Πάλι σαν σκύλος τον ντουνιά ας σεργιανίσει! 

Mα, και τ' αφεντικά της,τούτη τη φορά,
σαν σκύλοι ας ζήσουνε στη δεύτερή τους ζήση,
με τη σκυλίσια, να τους πει,κοινή μιλιά,
με πόσην ένταση τούς είχεν αγαπήσει. 

Κι όπως θροϊζουν τ'αγριολούλουδα ψηλά
στον μια σταλιά φρεσκοσκαμμένο της τον τάφο,
"-Τιμή σ' εκείνους που αγαπούν σαν τα σκυλιά!"
βροντάνε από ψηλά, τα σήμαντρα του Άθω !
..........................................................................................................
Κι άμα οι λέξεις τούτες γίνονται σιωπή,
και σβήνει ο αχός ,ψηλά απ' τα σήμαντρα του Άθω,
μοιριολογάει του κήπου η κλαίουσα ,σκυφτή,
και χύνει δάκρυα πάνω στης Μαλούς τον τάφο. 

Κι ομοιάζει ετούτη την ιερότατη στιγμή,
βώλος χωμάτινος στ' ανθάκια ακουμπισμένος
απάνω απ' της Μαλούς τ' ασάλευτο κορμί
γονυπετές όλο τ' ανθρώπινο το γένος!
ά. -21 Σεπτέμβρη του 2025-Γιάννενα

 

Παρασκευή 1 Αυγούστου 2025

Μια όμορφη ελληνικά...



....Στη φωτογραφία,μια κοπέλα, όμορφη με τρόπο ελληνικό (το χρώμα των μαλλιών με τους ..αχνούς βόστρυχους στην άκρη τους,η κατατομή-σε άλλη φωτογραφία της ίδιας κοπέλας όπου φαινόταν και το πρόσωπο- ), αλλά και με τρόπο βουνίσιο (λιγνή κι αγέρωχη στο στήσιμο σαν δωρική κολώνα) , στέκει σε τόπο ορεινό στο ύψος των βουνών,ελπίδα και φως στο σκοτάδι της εποχής και στη μούχλα του τοξικού αστικού περιβάλλοντος των πόλεων...Η σωτηρία, όπως και να 'χει, θά 'ρθει απ' τα βουνά, και θα 'χει τη "μορφή" μιας κοπέλας σαν κι αυτής στη φωτογραφία .....

Μια όμορφη ελληνικά 
μια όμορφη βουνίσια,
βλέπει τον κάμπο χαμηλά 
και τις κορφούλες ίσια. 

Άσπρο έχει παντελόνι 
φανελλάκι ουρανί, 
ο Νοτιάς την καμαρώνει 
και της γνέφουν οι ουρανοί.

Μια όμορφη Ελληνικά 
μια όμορφη βουνίσια, 
τις  νύχτες, σε βαθιά νερά
λούζεται, ποταμίσια

Στη Μουργκάνα ξημερώνει 
στα Πιέρια ίπταται 
στον Ταϋγετο νυχτώνει 
στ' άστρα αναλήπτεται. 
ά.

Τετάρτη 23 Ιουλίου 2025

Ο άγιος,μικρός τελάλης !


  

...Στα Τζουμέρκα,μακριά απ' τον αχό της πόλης...Εκεί που καταργούνται τα σύνορα μεταξύ Φύσης κι Ανθρώπου...Μπαίνει στο σπίτι αίφνης ενα χοροπηδηχτό ζουλαπάκι...."Σπάνε" τσιμέντα, πέτρες, σκεπές και τζάμια....Ο άγιος μικρός τελάλης σε καλεί στο ασχόλαστο πανηγύρι της Φύσης...Στο θάμα της αληθινής ζωής ...
...Μπήκε στο σπίτι ο πράσινος
καινούργιος φιλαράκος,
όμορφος χοροπηδηχτός
χαρά κι αλκή γιομάτος,

ξεδίπλωσε την Τέχνη του
και τα μαστορικά του,
τα σκέρτσα, τα τσαλίμια του
και τα χορευτικά του:

τέσσερα πόδια στυλωτά
και δύο στον αέρα
να χαιρετάν' τα σύμπαντα
και τη δροσάτη εσπέρα!

Tον κοίταγα με κοίταγε,
του γέλαγα μου εγέλα,
"-Ντύσου το φως, ψιθύρισε,
πέταξε, αλάφρωσε, έλα,

ξέχνα τι σού 'παν στο σχολειό,
μ' αθώου φτερα εγεννήθης,
βρες τα ξανά! Φενάκη είναι
του κόσμου η βαρύτης!"

Κι έσκυψα κι ηύρα τα φτερά
και του αθώου τη μοίρα ,
και την αγνότη μου έντυσα
βασιλική πορφύρα,

και φτερακίσαμε ψηλά
δυο ίσκιοι μόνοι αθώοι
δυο στεναγμοπλαντάγματα
στης Πλάσης τ' αχολόι ,

και μάρτυράς μου ο Κόζιακας
με τ' άγια του ζουλάπια,
ψηλά στης καπετάνισσας
της Όστριας την ντάπια

μας ηύρε η νύχτα στα βουνά
-μες στων αγίων τ' άγια-
σπαρμένη χίλια θάματα
γιομάτη μύρια μάγια.
ά. -Χουλιαράδες
- λεύτερη Πίνδος

Κυριακή 20 Απριλίου 2025

Το νησάκι του Άγγελου Σκελιανού

 



Στη φωτογραφία,το νησάκι του σπουδαιου Άγγελου Σικελιανού,μια μικρότατη λωρίδα στεριάς,ένα -κι ούτε- στρέμμα, 2-3 χιλιόμετρα πριν το πορθμείο Λευκάδας,δεξιά όπως πάμε για τη Λευκάδα,που μάλιστα προσεγγίζεται πανεύκολα απ' την παραλία που  εκτείνεται ανατολικά και πίσω απ' το κάστρο της Αγίας Μαύρας που υψωνεται στο πορθμείο. 
Σημειωτέον,κάθε χρόνο,την πρώτη Κυριακή μετά τις 10 του Μάη ,που σημαίνει στις 12 Μάη Κυριακή του Θωμά  για φέτος,το νησάκι είναι επισκέψιμο,αφού γιορτάζει (τελείται λειτουργία από ιερείς και πάντα με παρουσία πιστων) το μικρό εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου που ειναι χτισμένο πάνω στο νησάκι,βόρεια και πίσω απ' το σπίτι που ειχε χτισει εκει ο Σικελιανός για να παραθερίζει τα καλοκαίρια. 
Στη φωτογραφία λοιπόν,το νησάκι του Σικελιανού,ένα -κι ούτε- στρέμμα, γης,πριν την τελευταία καθίζηση, προτού δηλαδη αρχίσει να βυθίζεται στη θάλασσα..Εκεί ο Σικελιανός,ζώντας τα καλοκαίρια με τη γυναικα του την Εύα, την όμορφη "ζόρκα" (=γυμνή,στα Λευκαδίτικα,κατά το Ηπειρώτικο "ζάρκος"=γυμνός -ζόρκα την αποκαλούσαν οι Λευκαδίτες,διότι ντυνόταν με μιαν αλαφριά χλαμύδα που από μέσα φαινόταν όπως έλεγαν το κορμί της,κι όχι με πολλά και βαριά ρούχα που φορούσα οι Λευκαδίτισσες της εποχής),κοινώνησε βαθιά τη Λευκαδίτικη φύση,κι έτσι εκεί στην ουσία γεννήθηκαν τα ποιητικά αριστουργήματα μιας ολάκερης ζωής".Το νησάκι,μετά από μια τελευταία καθίζηση,"ακρωτηριάστηκε",σε μια προσπάθεια αυτοχειριασμού του -θαρρείς- ,ώστε να πάψει να ..ζει σ'  έναν κόσμο σαν το σημερινό,όπου η Αρμονία,το Φως, η Ποίηση και το Σικελιανικό Όραμα έχουν πλέον εξοστρακιστεί διά παντός...Υπό μία έννοια,το νησάκι του Σικελιανού που αργοβυθιζεται-αργοχάνεται,θα μπορούσε να παρομοιαστεί με τα όμορφα παλιά Γάννενα του Πνεύματος και της Αρμονίας,τα Γιάννενα του Γιοσέφ Ελιγιά,του Δημήτρη Χατζή,του Νίκου Χουλιαρά,που κι αυτά χάθηκαν οριστικά,για να δώσουν τη θέση τους,στα σημερινά Γιάννενα που,είναι αυτά που είναι,και δεν θα 'θελα περαιτέρω να τα χαρακτηρίσω... 
...Πώς στέκει ο γκρίζος δέλφινας
στη μέση του πελάγου  
ήσυχος κι ολομόναχος 
στο κύμα το γλαυκό,  
 
και χαίρεται  του ηλιάτορα 
τα ολόχρυσα πλουμίδια  
απάνωθε και γύρωθε 
την Πλάση να μεθούν,

έτσι  γλυκά στην Όστρια 
στέκει αποξεχασμένο 
το μια σταλιά ξερόνησο 
του Σικελιανού!  
 
Εκεί ο αλαφροϊσκιωτος  
με στίχους του,εμεθούσε
το Ιόνιο,το Ρωμαίικο, 
και τους εφτά ουρανούς! 
 
Τώρα  στο Ιόνιο  αναβροχιά,
και στο Ρωμαίικο στέγνα, 
και στους εφτά τους ουρανούς 
άσωστη σκοτεινιά. 
 
Κι αυτό το θαλασσόβρεχτο 
 το ένα -κι ούτε- στρέμμα
με στέμμα τ' αφροκύματα
και την παλιά εκκλησιά, 
 
μέτρο το μέτρο χάνεται, 
πόντο τον πόντο σβηέται, 
μες στου πελάου την τρυφερή 
βουλιάζει,αγκαλιά : 
 
τόσο το Φως που εστέρεψε, 
τόσο που πια εχάθη 
το Πνεύμα το υπερκόσμιο 
του Σικελιανού, 
 
τι θέλει αυτό πάνω απ' τη γης,
τι  θέλει πλιο να υπάρχει ; 
Κάλλιο κάτω απ' τη θάλασσα 
στον ήσυχο βυθό, 
 
εκεί που καταφύγιο 
βρίσκουν πια τα Μεγάλα 
τ' Αληθινά  τ' Αρμονικά 
τ' Άξια και τα Υψηλά,  
 
 σε μια ανθηρή κι ανέσπερη  
 ωραία Ατλαντίδα,
που θά 'ρτει κάποτε ο καιρός 
ξανά ν' αναδυθεί! 
ά.-λεύτερη Πίνδος-20 Απρίλη του 2024
 


Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2025

ΤΟ ΞΟΔΙ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑ-ΒΑΣΙΛΗ ΓΕΩΡΓΟΥΛΗ,ΣΤΟΥΣ ΧΟΥΛΙΑΡΑΔΕΣ

 


ΤΟ ΞΟΔΙ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑ-ΒΑΣΙΛΗ ΓΕΩΡΓΟΥΛΗ,ΣΤΟΥΣ ΧΟΥΛΙΑΡΑΔΕΣ
Ο μπαρμπα-Βασίλης ο Γεωργούλης+ (1940-1 Γενάρη 2025),ήταν γείτονάς μου στο χωριό στους Χουλιαράδες,στον κάτω μαχαλά της Πλακανίδας.
Χτίστης σπουδαίος που ..έχτισε τη μισή Ήπειρο (σπίτια,γιοφύρια,εκκλησιές, καμπαναριά, βρύσες),άνθρωπος σπάνιος: απ' εκείνους τους παλαιάς κοπής ανθρώπους που βάραιναν όμορφα κάποτε τον ντουνιά, που σήμερα πια αλάφρυνε ,χωρίς πλέον ανθρώπους σαν τον μπαρμπα-Βασίλη,να μπορείς να σταθείς για λίγο δίπλα τους,και να νιώσεις το βαθύτερο νόημα της ζωής και τη γλύκα των πραγμάτων που 'ναι στέρεα,αληθινά και μεγαλειώδη στην απλότητά τους. .
.........................................................................
Σαν άρχισα να γράφω το ακόλουθο κείμενο και τους στίχους,ήταν νύχτα Πέμπτης, 2 Γενάρη του 2025, η ώρα ήταν 10 το βράδυ, πριν 3 ώρες είχ' ανέβει στο χωριό, κι είχα πληροφορηθεί απ' τον καφετζή για το ξόδι πριν λίγο του μπαρμπα-Βασίλη, κι έτσι, "πεισμωμένος" που δεν έμαθα εγκαίρως για το χαμό του,ώστε να κανονίσω να 'μαι παρών σαν θ' άνοιγε μαύρα πανιά στ' αρμένισμά του το στερνό εκεί στο κοιμητήρι της Αγια-Παρασκευής στους Χουλιαράδες, "πεισμωμένος" λοιπόν, έκατσα στα μπάσια του σπιτιού , μ' ένα μπλοκάκι κι ένα σωμένο κιτρινόμαυρο μολυβάκι Στάντλερ,15 κι ούτε μέτρα αντίκρυ απ' το σπίτι του εκεί στο χωριό, ν' αναπαραστήσω το ξόδι του μπροστά μου, γράφοντας τους αρμόζοντες στίχους,κι έτσι να "δω" και να "ζήσω" εκείνες τις στιγμές, και να νιώσω μια ελάχιστη παρηγόρια,ότι ναι ήμουν κι εγώ παρών την ώρα που κατέβαινε στην αγκαλιά της Χουλιαριώτικης γης να σμίξει τη μανούλα του κι όλους τους χωριανούς του που 'γιναν μνήμη κι αιώνιο άστραμμα πάνω απ' το χωριό μας.
Πριν αρχίσω να γράφω, έβαλα στο youtube να παίζει συνεχόμενα το "Κράτησα Τη Ζωή Μου" του Μίκη και του Σεφέρη,και μάλιστα μια απ' τις πολλές ..εκδοχές αυτού του βίντεο-τραγουδιού, με πλάνα βουνίσια,για να ..βοηθήσει αυτό, να "δω" καθαρότερα τη σκηνή που ήθελα,με τα " φύλλα της οξιάς" του Σεφέρη, διά στόματος Μπιθικώτση,να πέφτουν πάνω απ' το κιβούρι του μπαρμπα-Βασίλη,καθώς η κάσα κατέβαινε 2 μέτρα βαθιά στη γη....
Ο Μπιθικώτσης, τραγούδαγε :
Έβλεπα τώρα καθαρά μπροστά μου τη σκηνή της ταφής, ή σωστότερα ήμουν εκεί ,δίπλα στο κιβούρι του μπαρμπα-Βασίλη.
Έβλεπα τον μπαρμπα-Βασίλη,λίγο πριν τον παραχώσουν,να ρίχνει -πίσω απ' τα σφραγιστά του νεκρίσια ματόφυλλα- το γιομάτο συμπόνοια βλέμμα του,ολόγυρα,για να χαρεί ,στερνή φορά, τους Χουλιαράδες του,την Τσιούκα αντικρυ, τον Άραχθο χαμηλά κάτω που βόγκαγε σαν πληγωμένο θεριό.
Και καθώς έβλεπα , έγραφα,αναμερίζοντας με το χέρι μου, τα " φύλλα της οξιάς" που 'πεφταν εκεί όπου το μολυβάκι μου διάβαινε κι αυλάκωνε το διψασμένο για στίχους μπλοκάκι μου....Κι έγραφα...
Έχτισες τη μισή,και βάλε,Ήπειρο,
ακάματε μαστρομπαρμπα-Βασίλη !
Μα τώρα, ομπρός στ' ορθάνοιχτο τ' αχείλι
του κιβουριού σου,έριχνες το ύστερο 
 
το βλέμμα σου γύρω στην Πλάση : ογρό
κι όλο συμπόνοια για τον κόσμο βλέμμα,
ογρό σαν το νερό κι ωσάν το αίμα
στου πληγωμένου λύκου τον ντορό! 
 
Κι εκοίταες ν' απολάψεις, να χαρείς
στερνή φορά την άσωστη ομορφιά
του κόσμου,πριν χωθείς στη γης βαθιά,
να γείρεις,κι ήσυχα ν' αναπαυτείς! 
 
(Κι όσοι, μπαρμπα-Βασίλη, αναρωτιούνται,
οι ανθρώποι αν βλέπουν, πεθαμένοι οπού 'ναι, 
 
βλέπουν και παραβλέπουν οι νεκροί,
άμα το θέλουν,κι άμα υπάρχει λόγος!)
Κι εκοίταες,και κλαρί όμοιαζε ο λόγκος
στα Λάπατα στην πιο ψηλή κορφή! 
 
Κι απέ,την Τσιούκα εκοίταξες ζερβά,
όπου σ' επήγαινε παιδάκι η μάνα,
να ξεπληρώσει ένα παλιό της τάμα,
γιορτάσι κάθε που 'χε η Παναγιά! 
 
Α! πώς εβόγκαε κάτω σαν θεριό
ο άνεμος στ' αχείλι του Αράχθου,
με το βαρύ το μύρο τ' ασπαλάθου,
και τη δροσιά στης νύχτας το φτερό 
 
που αργοφτεράκιζε πέρα απ' τη δύση,
την Πλάση στο σκοτάδι να τυλίξει ! 
 
Κι εκοίταες γύρω, ώσπου, τ' αναριπίσματα
της μνήμης σου και της μεστής ζωής σου,
ο Γρέγος τα 'καμε ανεμοσκορπίσματα!
Κι οι ζωντανοί που εστέκανε αντικρύ σου, 
 
τα χέρια τους τα κρύα σαν χουχουτίσανε,
να ζεσταθούν στου δειλινού το κρύο,
με μαύρο δάκρυο στερνοχαιρετήσανε
το μπάρμπα το Βασίλη, το "θηρίο" 
 
που 'χτισε δεκαεφτά καμπαναριά ,
δέκα -μπορεί και δώδεκα- εκκλησιές
και σπίτια καμιά πεντακοσαριά
απάγκια για βουνίσιες φαμελιές! 
 
Κι απέ, τεντώθηκε η τριχιά στην κάσα,
κι αργά-αργά σε κατεβάσαν' κάτω,
στον νιόσκαφτο τον τρίσβαθό σου λάκκο!
Κι απάνω, χώμα !Κι άλλο χώμα! Ανάσα 
 
πια δεν γρικούσες στο νεκροταφείο!
Μονάχα ο νεκροθάφτης κι ο βοριάς
στ' ορθό το γιακαδάκι της νυχτιάς,
μέτραγαν σκότος,θάνατο και κρύο, 
 
ώσπου κι αυτοί οι δυο, φύγαν',χαθήκαν',
και με τους ζωντανούς ανταμωθήκαν' !
...............................................................
Και τότε, λόγο(ν) άκουσες πνιχτό !
Ήταν η μάνα σου ! "-Κρυώνεις,γιε μου; "
είπε !Και πανωφόρι αναριχτό,
σου ρίξαν' μ' ένα φύσημα του ανέμου, 
 
οι οξιές,τα φύλλα τους,ψηλά στο μνήμα,
να ζεσταθείς ο έρμος,κάνα τρίμμα! 
 
Κι έτσι,μ' αυτόν της μάνας σου τον ψίθυρο
στης Τραμουντάνας το σκασμένο αχείλι,
διάβηκες σαν καπνός, μπαρμπα-Βασίλη
που 'χτισες τη μισή,και βάλε,Ήπειρο ! 
 
Άγγελος Σωτ. Παπαγεωργίου -2 Γενάρη του 2025-Χουλιαράδες/Πλακανίδα,λεύτερη Πίνδος