Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή 7 Ιουλίου 2024

Mιλτιάδης Σιαφάκας -ένας ευαίσθητος δουλευτάρης (1926-2011)


Προχτές στις 11 Νοέμβρη του 2011, διάβηκε τον Αχέροντα ο μπάρμπας μου ο Μιλτιάδης ο Σιαφάκας, ο δίδυμος αδερφός της μάνας μου.
Ο μπάρμπας μου ήταν ένας σοφός, λαϊκός άνθρωπος.
Ένας λεβέντης Ηπειρώτης απ' την Κράψη - ένα χωριό 25 χιλιόμετρα μακριά απ'τα Γιάννενα. Ένας άκρως ευαίσθητος άνθρωπος, ένας χωρατατζής, που μας ορμήνευε με τρόπο που μοναχά μετά από χρόνια , όντας 45άρηδες ..και βάλε, πλέον, μπορέσαμε να νιώσουμε και να εκτιμήσουμε.
Ο μπάρμπας μου ήταν άρχοντας, γιατί γράμματα δεν έμαθε , αλλά μας δασκάλεψε σαν δάσκαλος σοφός , γιομάτος αγάπη κι ευαισθησία ασυνήθιστη για ανθρώπους του συναφιού του.
.......
Να πω εδώ , σχετικά με το επίθετο "Σιαφάκας", ότι  "σιαφάκ" σημαίνει λυκόφως...
Χαραυγή, δηλαδή.
Χάραμα.
Ζωή.
Φως.
Λεβεντιά.
Αγώνας.
Κι ο μπάρμπας μου ο Μίλτος, πιο πολύ απ' όλους μας, ήξερε τι θα πει "αγώνας". Αυτός που, φτωχόπαιδο απ' την Κράψη, κίνησε για τα Γιάννενα και πάλεψε με θεούς και δαίμονες, ώσπου να ορθοποδήσει.
Και δούλεψε.
Και πρόκοψε.
Και κάρπισε. ..........
Τη νύχτα που 'φυγε, φύσαγε δαιμονισμένα στα Γιάννενα.
Βοριάς 8 μποφώρ...
Το ίδιο δυνατά φύσαγε και τη μέρα της ταφής !
Λες κι είχε βαλθεί ο βοριάς ν' αντρειωθεί τόσο που να μπορέσει σαν τρανός ντελάλης να μολογήσει τον μπαρμπα-Μίλτο και να τον ακουρμαστεί η σχωρεμένη μανούλα του στις ανεμόραχες πέρα στην Κράψη.....

Βοριά που δέρνεις τα κλαριά
και το φτωχό σπουργίτη,
το Μιλτιάδη ζύγωσε
να κλάψεις τον Κραψίτη.


Κι ύστερα, κάτσε κι άλειψε
με του βουνού τα μύρα,
έναν αητό που τα 'βαλε
με του φτωχού τη μοίρα,


και πάλεψε και δούλεψε
και ζύμωσε την πέτρα
και κάρπισε σαν τα γερά
τα 'βλογημένα δέντρα,


γιατ' είχε μάνα αρχόντισσα
και πάππο από την Κρήτη,
λεβενταρά Κρητίκαρο
αητό του Ψηλορείτη,


κι είχε κι αντάρτη αδερφό
που 'πιε πικρά φαρμάκια
και στήθηκε στ' απόσπασμα,
χωρίς πανί στα μάτια,   


κι είχε και Σιαφακαίικο
αίμα που σιγοβράζει,
λεβέντη κι ασπροπρόσωπο
στα ζόρια να τον βγάζει.
.......................................
Βοριά που δέρνεις τα κλαριά
και το φτωχό σπουργίτη,
το Μιλτιάδη ζύγωσε
χαιρέτα τον Κραψίτη.


Και χάραξε, καταμεσής
της μαρμαρένιας πλάκας :
"Eδώ αναπαύεται ήσυχος
ο Μίλτος ο Σιαφάκας...


..."σιαφάκ" θα πει ξημέρωμα,
"σιαφάκ" θα πει λυκόφως,
που βγαίνει ο ήλιος στον ντουνιά,
τρανός, λαμπρός κι ολόρθος,


έτσι όπως βγήκαν στη ζωή,
όλοι οι Σιαφακαίοι :
ολόρθοι κι απροσκύνητοι
κι αδάμαστοι κι ωραίοι" !
..............................
Κρύος βοριάς τον έθρεψε,
κρύος βοριάς τον παίρνει,
κι όποιος χαθεί με το βοριά,
ποτέ του δεν πεθαίνει !

Τον μολογάει ο βοριάς
κι όλο τον τραγουδάει !
Κανένας δεν τον λησμονά !
Κανείς δεν τον ξεχνάει !