Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2018

Συννεφιασμένα Γιάννενα

Συννεφιασμένα Γιάννενα 
της Πίνδου γκρίζα ρόδα 
στην ξενιτιά της μνήμης να 
διαβαίνεις σαν το Ρόβα 

να σφάζεσαι να κόβεσαι
πενήντα εφτά κομμάτια 
ζωή να ψάχνεις κι ήλιο σε
δυο ζαγορίσια μάτια

σαν σπουργιτάκι στη γκρενά 
του σταφυλιού τη ρόγα. 
Μαλαματένια Γιάννενα  
της Πίνδου άγρια ρόδα. 
ά.


Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2018

Στα Ναυτάκια στα Γιάννενα

Σχετική εικόνα

 Εδώ, του '80 φοιτητές, 
του αιώνα ταξιδιώτες,
εκ του προχείρου ποιητές
κι εκ προμελέτης πότες 

μπορεί και νά 'πιαμε ίσαμε
δεκάξι τάνκερ τσίπρα
και θέρμη αποκομίσαμε
για τη μεγάλη ψύχρα 

 για τη μεταξωτή σφαγή
του τρέχοντος αιώνος
όπου καθένας περπατεί
ανέμπνευστος και μόνος.
.....................................
Παίζαμε πόρτες τον Καιρό
φεύγα την Ιστορία,
Φίλιππε, Κώστα,Νίκο, Ηρώ
Θεόφιλε, Μαρία,

τα πούλια ήταν χάρτινα
τα ζάρια πειραγμένα
χάθηκε η επανάσταση
κι εδώθε και στα ξένα,

του κάκου αλλάξαμε φορές
χίλιες τον κόσμο όλο
στα τσίπουρα στο Διεθνές
στην Όαση και στο μώλο....
ά.

Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2018

Χριστούγεννα του '69,στην Ανεξαρτησίας


Χριστούγεννα του '69  
στην Ανεξαρτησίας
τέρμα Ονειροφαντασιάς  
κι Άκρας Ευαισθησίας,

τα μάτια στάζουν όνειρα
τα χείλια άγριο μέλι,
κοιτάν' κι οι τρεις ψηλά κι αλλού
μακριά απ' την αγέλη

που βλέπει ό,τι φαίνεται
πιστεύει σ'  ό,τι βλέπει
τραβάει όπου οι πολλοί τραβούν
και κάνει "αυτό που πρέπει",

έτσι δεν κοίταε κι ο Χριστός
 από παιδάκι ακόμα
μέχρι που τ' άγιο επάτησε
του Γολγοθά το χώμα

άκακος σαν αμούστακο
 παιδάριο δίχως πάθη 
με μια ομορφάδα πού 'βγαινε
απ' της ψυχής τα βάθη 

σαλός και τρυφερός Ποιητής
των ταπεινών Μεσίας;
...Χριστούγεννα του '69
στην Ανεξαρησίας..... 
ά.

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2018

Τ' ατσάλι, Οξαποδώ,χτικιό και ξενιτιά μεγάλη



...έτσι δυστυχώς "ξαναστηνεται" στην παρούσα φάση,το γιοφυρι της Πλάκας...με σίδερα, μπετό κι ατσάλι... βλέπει τούτο το έκτρωμα,ο Μπέκας ο πρωτομάστορας που 'χτισε το γιοφυρι το 1866,και ματαπέφτει να πεθανει....
..Η πέτρα είναι ξαπόσταμα
παράδεισος κι αγκάλη,
τ' ατσάλι Οξαποδώ χτικιό
και ξενιτιά μεγάλη,

ο Ρόβας στεκει καρτερεί
στην άκρη στο γιοφύρι
να μπουν οι ατσαλόβεργες
να στεριωθούν οι πίροι

για να περάσει αντίπερα,
μα χάλια ο έρμος νιώθει
του φέρνει αντράλα ο χάλυβας
και τ' άντερα τού κλώθει

του φέρνουν και τα σίδερα
ζαλάδα στο κεφάλι,
δίνει βιτσιά στη μούλα του
γυρίζει πίσω πάλι,

"-Ρόβα μ', του λέει ο άνεμος
Ρόβα μ' , και το λιοπύρι,
εδώ είναι εργοστάσιο
δεν είναι εδώ γιοφύρι,

βροντάν' τα σίδερα βαριά,
βογκάνε οι μπουλντοζέρες,
λουφάζει ο γέρο-Άραχθος
σαν το λαγό στις φτέρες,

πάει το γιοφύρι (ν)έπεσε
πάει το γιοφύρι εχάθη
ρόδο μιας άλλης εποχής
που 'σβησε κι εμαράθη
στου γυάλινου "πολιτισμού"
το μαύρο κατακάθι,

κάνε γιοφύρι το αίμα σου
πέρασμα την ψυχή σου
για να διαβεί η μούλα σου
κι οι έρμοι οι σύντροφοί σου..."
............................................
Σκουριά και γαλλικά κλειδιά,
ποτάμι μολεμένο,
ο Μπέκας* στα βαθιά νερά
σαν τον Εσταυρωμένο

δένει μια πέτρα στο λαιμό
"-Τετέλεσται !" φωνάζει
τον παίρνει η λάσπη ο Άραχθος
και το βαρύ τ' αγιάζι,

η πέτρα τού ήταν αδερφή
Παράδεισος κι αγκάλη,
ο χάλυβας τού είναι χτικιό
και ξενιτιά μεγάλη.
ά.
Μπέκας: ο πρωτομάστορας που εχτισε το θαυμαστό γιοφυρι της Πλακας το 1866

Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2018

Ο Αρχάγγελος-χτίστης




...τούτο το κτίριο στέγασε το Β' δημ. σχολειο Μιχαλιτσίου...ως μισός Μιχαλιτσιώτης (η μάνα του πατέρα μου, Μαρία Καλαμπόκη ήταν Μιχαλιτσιώτισσα), το ονειρεύομαι  "Μουσείο ανώνυμου Τζουμερκιώτη χτίστη και δασκάλου"...μ' αυτή τη σειρά : πρώτα ο χτίστης και μετά ο δάσκαλος....και μ' εκθέματα "μαστορίστικα" και "δασκαλίστικα", δίπλα-δίπλα:παλιά εργαλεία Μιχαλιτσιωτών χτιστάδων, πένες/βιβλία κ.λ δασκάλων που δασκάλεψαν στο Μιχαλίτσι,φωτογραφικό υλικό...  να καταδεικνύεται η αλληλεπιδραση  δασκάλων και χωριανών....ψηλά και μπροστά ο άνθρωπος του μόχθου....στην περίπτωσή μας που μιλάμε για ένα χωριό (Μιχαλίτσι) που έβγαλε ταπεινούς χτίστες-μαστόρους-αρχαγγέλους που άνοιξαν φτερά παντού κι έχτισαν και στόλισαν και μεγαλούργησαν,αυτοί οι χωριανοί-άνθρωποι του μόχθου-χτίστες, κυριολεκτικά σμίλευαν-"έχτιζαν" το δάσκαλο στα (μεγάλα) μέτρα τους...ο δάσκαλος, έχοντας να κάνει μ' αυτούς τους  πέτρινους φτωχούς βουνίσιους γίγαντες-χωριανούς-ανθρώπους του μόχθου ,έπρεπε να γίνει σπουδαίος κι ισοϋψής μ' αυτούς, υπηρέτης, άλαλος μαθητής των θαυμάτων και της σειράς που θέλει το Ταπεινό κι άρα Υψηλό στην πλήρη  άγνοια της μεγαλοσύνης του,να προπορεύεται να οδηγεί και να φέγγει...μια άλλη Ελλάδα, λουσμένη στο φως της πέτρας τ' άσβηστο και το αιώνιο.... 
  ...Νυν και αεί, πέννα μυστρί 
βιβλίο πηλοφόρι  
κοπίδι πίνακας χαρτί
τριμμένο πανωφόρι  

παντιέρες που κυμάτισαν 
ψηλά ψηλά στην Πίνδο 
κι αγάλια αγάλια σ' έσπρωξαν 
Πατρίδα, λίγο-λίγο   

να πας μπροστά να πας ψηλά
 να απαλοκρούξεις τ' άστρα
να φας ψωμί γλυκό ψωμί 
στου ηλιάτορα τη γάστρα. 
................................
Στο δεύτερο δημοτικό 
σχολειό Μιχαλιτσίου 
κατέβηκε ένα δειλινό
Αρχάγγελος Κυρίου  

Αρχάγγελος απ' τα βουνά 
κι απ' τους παλιούς αιώνες 
κι όχι απ' τα τέμπλα τα βαριά 
με τις χρυσές εικονες  

Αρχάγγελος με γυριστή 
παλιά λερή τραγιάσκα 
με πηλοφόρι και μυστρί 
και σιδερένια μπράτσα  

 Αρχάγγελος και μάστορας
Μιχαλιτσιώτης χτίστης  
της άγιας Τζουμερκιώτικης 
αιώνιας πέτρας μύστης 

και μες στ' αχνό και γαλανό 
σούρουπο μάνι-μάνι 
έφκιασε ετούτο που ιστορώ
τ' αλλόκοτο χαρμάνι : 

έβαλε του τρελού αηδονιού
 το λάλημα τ' αλέγρο
το βογκητό του ποταμού
το θρόισμα απ' τον κέδρο 

τον ίδρωτα απ' τους πάμφτωχους 
του μόχθου τούς αρχόντους 
και τον αχό απ' τα μνήματα 
με τους σοφούς γερόντους  

έβαλε και τη μάνητα
 του μαύρου του θανάτου
δεμένη με την άλυσσο 
του Μεγαλοσαββάτου   

έβαλε και τον κατιφέ
πού 'χει ευωδία τόση
απ' τη Στρογκούλα πάνωθε  
πριχού να ξημερώσει  

κι έφκιασε έναν δάσκαλο
μεράκι που 'χε άγιο 
ζεστή φωνή στεντόρεια  
κι αδάμαστο κουράγιο  

ο δάσκαλος είχε φτερά 
ωσάν τον κρύο αγέρα 
πότε σε τούτο το σχολειό 
πότε στο παραπέρα   
πότε στον πάνω μαχαλά 
πότε στον άλλον πέρα 

χρόνους πολλούς δασκάλευε 
μέρα με την ημέρα  
μες στον Μιχαλιτσιώτικο
μαϊστωρ τον αιθέρα 

πότε Ντόκα* τον λέγανε 
πότε Παπαγεωργίου* 
πότε Λαμπρίδη*  πότε Μή-
τσο Παπαδημητρίου*
  
μα πάντα ο ίδιος ήτανε 
δάσκαλος των βουνών 
των ταπεινών και των φτωχών 
των "παρακατιανών" : 

ο δάσκαλος που 'φκιασε ο 
Αρχάγγελος Κυρίου 
στο δεύτερο δημοτικό 
σχολειό Μιχαλιτσίου 
  
ο μάστορας-Αρχάγγελος
με τη λερή τραγιάσκα 
και τα Μιχαλιτσιώτικα 
τα σιδερένια μπράτσα. 
.............................. 
Νυν και αεί, πέννα μυστρί 
βιβλίο πηλοφόρι 
κοπίδι πίνακας χαρτί 
τριμμένο πανωφόρι        

παντιέρες που κυμάτισαν 
ψηλά ψηλά στην Πίνδο 
κι αγάλια αγάλια σ' έσπρωξαν 
Πατρίδα, λίγο-λίγο   

να πας μπροστά να πας ψηλά
 να απαλοκρούξεις τ' άστρα
να φας ψωμί γλυκό ψωμί 
στου ηλιάτορα τη γάστρα.
 ά.
  
*Ντόκας, Παπαγεωργίου, Λαμπρίδης, Παπαδημητρίου (Μήτσος<Δημήτρης) : δάσκαλοι που δασκάλεψαν στα  σχολεία των μαχαλάδων του Μιχαλιτσίου, χωριού της γιαγιάς μου(μάνας του πατέρα μου) Μαρίας Καλαμπόκη 

Στερνή ρίμα


Αποσταμένος μιαν αυγή θα ξεπεζέψω 
απ' τ' άγριο τ' άλογο το μαύρο με τους στίχους 
και τα τραγούδια.Θα χιονίζει η Πλάση απ' έξω 
κι εγώ χορτάτος από ποιήματα και ήχους   
 
στη βρεφική μου σαρμανίτσα πλάι θα γείρω, 
του πεθαμένου μου αδερφού θ' αναζητήσω 
τα γέλια τα καμώματα, και με το μύρο   
της μάνας διάχυτο παντού θα ξεψυχήσω, 
 
κι οι τοίχοι, οι τοίχοι του σπιτιού που ακούσαν' τόσα,  
και πιότερα είδαν, δυο αιώνες καραούλι,
θα γκρεμιστούν, αλαλιασμένοι σαν την κλώσσα  
που ομπρός της σβήνει το στερνό της κλωσσοπούλι, 
 
κι αυτός ο βρόντος μες στο πατρικό το κτήμα 
σαν τα λιθάρια θα σωριάζονται στο χώμα, 
η πιο σπαραχτική στον κόσμο  θα 'ναι ρίμα
κι απ' το "-Τετέλεσται!" του Ναζωραίου ακόμα. 
ά.

Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2018

Τσίπουρο απ' την Πλατανούσα

 
 
...τσίπουρο απ' την Πλατανούσα, 20 γράδα  : ΤΟ νάμα/θυμιάμα/θάμα/τάμα(στον Άγιο της σούρας)/κάμα(που κόβει γλυκά κι ευφραίνει) 

...Πέντε ώρες κοινωνούσα  
τσίπουρο απ' την Πλατανούσα, 
το 'πινα το στράγγιζα, 
σ' έφτανα και σ' άγγιζα:
 
ώρα πρώτη και δευτέρα 
σ' άγγιζα σαν τον αγέρα,
ώρα τρίτη και τετάρτη 
σαν τη μυγδαλιά του Μάρτη, 
 
τη στερνή την πέμπτη ώρα
πώς σε ξένη αγγίζει χώρα
το ξενάκι φυλαχτό του
ρίζα πεύκο απ' το χωριό του 
 
και βαστιέται και νογάει 
πού πατάει και πού τραβάει. 
ά. 

Σαν θα χαράζει...



Θα 'ναι πρωί, οι γνωστοί σαν θα το μάθουν 
τ' άξαφνο του χαμού μου το χαμπέρι, 
δυο-τρεις χυμένη στη ματιά τους θα 'χουν 
μια θλίψη τυπική ως το μεσημέρι, 
 
θά 'ρθουν την επομένη στην κηδεία 
θα σκύψουνε θα με νεκροφιλήσουν 
"-Ω! πέταξε, ποιητική αδεία, 
στ' αστέρια ο παλαβός" θα ψιθυρίσουν, 
 
κι αφού με παραχώσει ο νεκροθάφτης 
εμέ που το Πινδαίο ύμνησα χώμα, 
θα με σηκώσει στα Τζουμέρκα ο μπάτης, 
κι αυτοί χαρούμενοι που ζούνε(;) ακόμα, 
 
στην κρύα την τσιμεντένια άραχλη πόλη 
στη γκρίζα θα επιστρέψουν την αιθάλη 
σαν τα ψοφίμια μέσα στη φορμόλη 
το μαύρο τους μη νιώθοντας το χάλι, 
 
και πια ο ηλιάτορας σαν θα χαράζει 
πέρα απ' τους λόφους τους μενεξεδένιους, 
ποιον μες στο χάραμα θα λογαριάζει 
για ζωντανόν και ποιους γι' αποθαμένους ; 
ά.

Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2018

Όνειρο....


Κοιμήθηκα κι εγιόμισε
θαλασσινό νερό
κι ευκάλυπτους το σπίτι μας!
Μάνα...! ...Μην είσαι εδώ,

 κι η μπόλια σου η αστροκέντητη
 η μπόλια η γαλανή
έκανε πέλαο τον οντά;;;
Μάνα...! ...Μην είσαι εσύ...;;;
...............................
Μα εχάραξε κι εχάθηκε
το πέλαο το βαθύ
κι εχάθης με τη μπόλια σου
μανούλα μου κι εσύ....
ά.


Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2018

Ο καφενέςτου Ναπολέοντα Ζάγκλη


  ...Καλαρύτες, ο καφενές του Ναπολέοντα Ζάγκλη, ατμόσφαιρα 1800, στο χωριό που προμηθευε καπες το Γαλλικό στρατο του 18ου αι.   ...και ...και....και.....
...Ιδού του Ναπολέοντα 
του Ζάγκλη ο καφενές: 
βουνίσια ευγένεια, αρχοντιά, 
εικόνες, μυρουδιές, 

όξω απ' την πόρτα, είναι δυό 
χιλιάδες δεκαοχτώ,  
στον Παραδείσιο καφενέ,
χίλια οχτακόσια οχτώ, 

στο 'να τραπέζι ο Αλήπασας 
ούζο και παστουρμά, 
στο δίπλα ο Γάλλος πρόξενος 
συντάσσει τα χαρτιά 

"κάπες χιλιάδες εκατό
εκ γίδινου μαλλιού 
διά τας ανάγκας του λαμπρού 
Φραντσέζικου στρατού",  

στον πάγκο ο Ναπολέοντας 
στην κόκκινη μπασιά 
αναμετρά, στοχάζεται 
φυλάει, αναρριγά

Παλαιολόγος ύστατος 
στη ράχη του βουνού 
στην Πύλη την Ωραία του αγνού 
λαμπρού παλιού καιρού, 

τζιπάκια τετρακίνητα 
στη δημοσιά  αλυχτούν 
σφραγίσματα γυαλίζουνε
 σέλφις φτεροκοπούν

ο Ναπολέων ανθίσταται
τροχίζει το σπαθί 
βουνίσιο πανανθρώπινο 
αρχοντικό βαρύ.
ά. - λεύτερη Πίνδος , 15 Δεκέμβρη του 2018










Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2018

Φερνάντο Πεσόα...

Φερνάντο Πεσσόα: Το βιβλίο της Ανησυχίας
...Φερνάντο Πεσόα, ο ποιητής με τους εκατό εαυτούς, ένα κρανίο-πέλαγο φουρτουνιασμένο, μια ψυχή-πυρκαγιά ανθισμένη στην αλέα με τις λευκές νύχτες τις δίχως ύπνο ανάπαψη κι ησυχασμό... 

"-Φερνάντο Πεσόα,
τις σάρκες σου τρως!",
η νύχτα εβόα
στα σπλάχνα του εντός,
κι αυτός ένα σώμα
εαυτοί εκατό
απ' τ' άστρα ως το χώμα
ταξίδια σωρό
φωτιές στο κεφάλι
αγρύπνια καημός
αχός παραζάλη
κι η πένα Σταυρός
η πένα αχ η πένα
Σταυρός και γιορτή.
(Φερνάντο, εμένα
οι χίλιοι εαυτοί
αντάρτες γυρνάνε
ψηλά στα βουνά
γυμνοί τραγουδάνε
στη μαύρη ερημιά
στα μνήματα πίνουν
τις νύχτες ρακί
το αίμα τους δίνουν
στην Όστρια να πιεί
στην Όστρια στο Γραίγο
να βγάλουν φτερά
ψηλά απ' το Τολέδο
να 'ρθούν μια βραδιά
να 'ρθούν να σε βρούνε
και μπράτιμοι εκεί
οι δυό να γενούμε,
κι οι μύριοι εαυτοί
δικοί σου δικοί μου
ακέφαλοι αητοί
στιγμή σου στιγμη μου
ακέρια ζωή
μαζί να πετούνε,
νεκρέ μου αδερφέ
Φερνάντο Πεσόα
του κόσμου εμιγκρέ..
ά.  

Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2018

Θανάσης Παπακωσταντίνου

Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο, στη σκηνή και νύχτα
 ...Θανάσης...ο ντροπαλός σαν παιδάκι τραγουδοποιός/ποιητής...ο ταπεινός σαν τα χορταράκια στα σιάδια του χωριού του,όπου μικρός (γ)κυλιόταν και χαιρόταν το μύρο της βγεγμένης γης....
...Βραχνός προφητης ταπεινός
καλόβολος και πράος
μπροστά στης Αρμονία το Φως
στου Σύμπαντος το χάος

σφαλεί τα μάτια τραγουδά
τα καταφρονεμένα
τ' άγνωστα και τα ταπεινά
και τα λησμονημένα 

σαν το παιδάκι ντρέπεται
του ιδρώνουν οι παλάμες
δίπλα τον παραστέκουνε
οι τρεις μπουζουκομάνες 

του γλυκοκαλοκάθονται
στα δάχτυλα οι ταστιέρες
στις φίρμες που 'ναι αλλεργικές
και στις ψευτοκαριέρες

καριέρα ετούτος έκανε
στα σιάδια του χωριού του
βρεγμένης γης κι ανθών οσμές
ταϊζοντας τον νου του

κι άμα τ' ανήκουστα άκουσε
κι άμα τ' ανείδωτα είδε
στέκεται τώρα μολογά
τι είδε εκεί που πήγε

βυθίζεται υψώνεται
σιμώνει ξεμακραίνει
τρελαίνεται γιατρεύεται
ανασταίνεται πεθαίνει,

πίσω απ' τα μαύρα τα χοντρά
μυωπικά γυαλιά του
η βάβω του η Αγιώτισσα
τινάζει τα σκουτιά του

τα παιδικά τα φτωχικά
τα χιλιομπαλωμένα
και πέφτουν άστρα σκοτεινά
κι αηδόνια τρελαμένα...
ά.

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2018

Η γρανιτένια εκκλησιά


Χάμω η ανθρώπινη εκκλησιά, κι απάνω η γρανιτένια, 
με το θρασκιά πρωτόπαπα,ψάλτη το σταυραητό,
σήμαντρα τ' άσπρα σύννεφα και τα μενεξεδένια,  
και τ' άστρο του ήλιου τ' άσβηστο προφήτη και θεό. 

Ντιν-νταν σημαίνει η Ολύτσικα η Κακαρδίτσα ο Βίκος,
ντιν-νταν τ' αηδόνι κι η οξιά η ασπαλαθιά κι ο λύκος, 
σαν σκάσει μύτη ο Αντριάς με τα χιονάκια τ' ασπρα 
κάθε βραδάκι απόγιορτο κάθε μερούλα Πάσχα.
ά. 

Η ζωστήρα


"Σφυρίζει στην ταράτσα η ζωστήρα
σε παίρνουν και σε πάνε στην αυλή",
ζωστήρα πια η τάξη η νέα που μοίρα
σού ορίζει και πορεία και ζωή.
"Κλειστό και χαμηλό το καμαράκι
πριν από χρόνια θα `ταν πλυσταριό" ,
τότε άκουγες Μίκη και Χατζηδάκη
και τώρα ακούς τον "έντεχνο" οχετό.
"Μιλώ στη Παναγιά και τον Κριτή σου
τα χρόνια σου μετρώ με τον καημό" ,
αν θες να δώσεις νόημα στη ζωή σου
κρατήσου ο ένας μέσα στο σωρό.
Σου σφάζεται απ' το '80 η ψυχή σου
στα τέσσερα να βλέπεις το λαό,
"μα πες μου αν έχει ο βασανιστής σου
αν έχει μάτια, στόμα και λαιμό."
ά.

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2018

Ο δεκαπεντασύλλαβος τού εγίνηκε ειμαρμένη


...σαν ζούμε για το θάμα,είμαστε αυτοί που  κοιτάζουμε το θάμα, ή είμαστε το ίδιο το θάμα την ωρα  που το βλέπουμε; 

 Είν' ο που την αυγή κοιτά, ή η αυγούλα που τον βλέπει ;
Μύριες εδάκρυσεν αυγές, κι ακόμα άγνοια έχει.
.....................................................................
Ξυπνάει κοιμάται στα ξανθά ακρογιάλια του Ομήρου 
στα κορφοβούνια του Ρυθμού στα διάσελα του Ονείρου,

κι ο δεκαπεντασύλλαβος που τού 'γινε ειμαρμένη,   
εφτά τον παίρνει αριστερά, κι οχτώ δεξιά τον παίρνει,
και σειέται μες στον ύπνο του σαν κύκνος στον αιθέρα
και γράφει με το δάχτυλο π'ήματα στον αέρα, 
σολωμικά ηπειρώτικα τσάμικα πωγωνίσια 
τραγούδια π'ήματα λαϊκά βαριά παλιοκαιρίσια,  
πενήντα χρόνια, παγανιά στο πέρασμά του βγαίνει 
ο δεκαπεντασύλλαβος που τού 'γινε ειμαρμένη... 
ά.  

Ο ΓΕΡΟ ΔΗΜΟΣ Εγέρασα μωρές παιδιά, πενήντα χρόνια κλέφτης, τον ύπνο δεν εχόρτασα και τώρα αποσταμένος θέλω να πάω να κοιμηθώ, εστέρεψε η καρδιά μου. Βρύση το αίμα το ‘χυσα σταλαματιά δε μένει. Ποιος ξέρει από το μνήμα μου τι δέντρο θα φυτρώσει. Κι αν ξεφυτρώσει πλάτανος, στον ίσκιο του από κάτω, θα ‘ρχονται τα κλεφτόπουλα τ’ άρματα να κρεμάνε, να πλένουν τις λαβωματιές το Δήμο να σχωρνάνε. Ο γερο-Δήμος πέθανε, ο γερο-Δήμος πάει.
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης

Γιάννενα στην αχλή


Γυάλινα Γιάννενα βροχή κι ασήμι 
και πέτρινη πυρακτωμένη μνήμη. 
.......................................................
Τηράει η αχλή τον βιαστικό   
περαστικό διαβάτη, 
κι ο Πατριάρχης και τους δυό 
με τ' άγρυπνό του μάτι, 

εννιά Δεκέμβρη, Κυριακή,  
στο παγωμένο πάρκο 
δειλά ξανοίχτηκε η αυγή
στο πρωινό της μπάρκο,  

εννιά η ώρα, εννιάμιση
 έντεκα, μεσημέρι
ο ήλιος πίσω απ' την αχλή
σαν το λαγό στη φτέρη, 

σκιαγμένος το κορμάκι του 
αρχίζει κι αναδεύει 
φωτίζει την Ολύτσικα 
βγαίνει ψευτοζεσταίνει,

τ' ογρό καφτάνι βγάζουνε    
τα Γιάννενα απ' τις πλάτες,       
το ρίχνουν και το λιάζουνε                                                  
ψηλά στους  φανοστάτες....   
ά. - 9 Δεκέμβρη του 2018 



Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2018

Ο μολοσσός


Ορθός στην Πίνδο ο μολοσσός τα νέφη εστεφανώθη,
κι όπως η Όστρια σήμαντρα αυγινά τού κρούει τους όρχεις,
φίλο ακριβό τον Αίγαγρο του Εμπειρίκου νιώθει,
και φέγγει πέρα ο Παρνασσός και λάμπει η Γκιώνα κι ο Όθρυς,

και τ' άγριο του τ' αλύχτημα κραυγή ελευθερίας
βαριοταράζει των αστών τον ήσυχο τον ύπνο
 και σβει τ' αχνά  τα παρδαλά φώτα της Εγνατίας
πώς σβει η αυγούλα η δέσποινα τού φεγγαριού το λύχνο.
ά.

Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2018

Τα μπάσια ...

 ..δεκαετία του '50, η φαμίλια στα μπάσια όπως τα λέμε εδώ στην Ήπειρο,σαν σε σχεδία που τραβάει στο πέλαγο της ανέχειας και της φτώχειας, με τη μάνα στην ακρη να βασταει σφιχτό τιμόνι....
...Νάτη η φαμίλια κούρνιασε,συνάχτηκε στα μπάσια : 
στη μέση τα παιδόπουλα,τσαμπάκι από κεράσια, 
στην άκρη,καπετάνισσα  η μάνα το τιμόνι
βαστάει, κι αντέχει το σκαρί στο κύμα που το ζώνει,  

και πάει μπροστά κι ορθόπλωρο κι αντέχουν τα ναυτάκια, 
στη φτώχεια ανθίζουν λάμπουνε τρανεύουν τα Ελληνάκια, 
λυσσομανάει ο άνεμος φουντώνει η σοροκάδα, 
σφίγγει τα δόντια ,ολομπροστά τραβάει η μανα-Ελλάδα.... 
ά. - 4 Δεκέμβρη του 2018


Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2018

Λάκης Αλεξάνδρου



...ο σχωρεμένος ο Λακης Αλεξανδρου, ήταν μια εξαιρετική φωνή με μεγαλη εκταση, ωραια χρώματα και κυρίως με ενταση που του επέτρεπε να ακουγεται εξαιρετικός και δίχως μικρόφωνο(σπάνιο για τραγουδιστή)....τότε βεβαια, μεσούσης της χούντας αλλά  κι αργότερα, τον ειχαμε για έναν ελαφρύ τραγουδιστή της σειρας που ελεγε ρηχά τραγουδάκια κ.λ ...κι απ' την άλλη, φουριόζοι στην πρωτη-πρώτη μεταπολίτευση,ο  Μίκης, ο Μαρκόπουλος,ο  Μπακαλάκος κ.λ ...σήμερα, ακούγοντάς τον, τον βαζω σίγουρα πάνω απ' ολες τις φίρμες του θολο-έντεχνου δήθεν τραγουδιού...αν μη τι άλλο, ήταν ατόφιος 
ΛΑΚΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
Είχα παλιά μια γκόμενα 
-Δωδεκανήσων  κι  Άντρου- 
γουστάριζε, τρελαίνονταν
για Λάκη Αλεξάνδρου,

μ' έβαζε και τραγούδαγα 
στο σπίτι της -με βότκα-
του Λάκη τα τρελά σουξέ
με σφαλιστή την πόρτα

γιατί ήμουνα στο Κουκουέ 
γιατί ήτανε στο Ρήγα 
κι ήτανε εύκολη η ντροπή 
και τα κουράγια λίγα   

να μην άδεις τα "πρέποντα"
τα καθιερωμένα
τα "νόμιμα" τ' "αριστερά" 
και τα παγιωμένα,

ειχε ένα χρώμα υπέροχο, 
ήταν φωτιά ο Λάκης, 
έσβηνε 'μπρός του ο Κόκοτας 
κι ο Πάριος κι ο Δάκης,

μα κουβαλούσε πάνω του 
και μια βαριά κατάρα 
γιατί ήτανε ξεχωριστός 
κι αξία και ταλεντάρα,

πέθανε μόνος και φτωχός 
το δυο χιλιάδες δέκα 
μονάχος δίχως συγγενή 
και φίλο και γυναίκα...  
................................ 
Όταν περνάω έκτοτε 
Δωδεκανήσων κι Άνδρου  
νιώθω μια οσμή γαρούφαλλου 
  και νυχτωμένου νάρδου 

βρέχει αποπάνω και βροντά 
κι αστράφτει και φυσάει 
κι όποτε κόβει η βροχή   
κι όποτε σταματάει

πιωμένος κοντοστέκομαι
 και τραγουδάμε απόξω  
εγώ κι ο Λάκης συντροφιά 
και το ουράνιο τόξο

κι αβέρτα σφυροδρέπανα
μεσόκοπα και ρούσα
βγαίνουν χορεύουν το χορό 
που τότε δεν μπορούσαν, 

μπροστά αυτά και πίσω τους 
βαριά μερακλωμένο 
της χούντας το καψόπουλο
το μαυροφορεμένο...
ά.