Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

Γεια σου, ρε Κώστα Καρυωτάκη !




Γεια σου, ρε Κώστα Καρυωτάκη,
Τριπολιτσιώτικο αηδονάκι, 

εγώ έχω γίνει γραφικός 
να γράφω στίχους για τ' εσένα, 
κι εσύ σταλάζεις μαύρο φως 
στα μάτια μου τα προδομένα, 

ξυπνώ συχνά κι αναρριγώ 
κάτω απ' τη μάλλινη κουβέρτα 
και πριν ραϊσω και χαθώ 
σείεις την ποιητική σου μπέρτα 

στέκεσαι δίπλα μου εδωνά
κι αυτοπυροβολείσαι πάλι 
με τη μπερέτα την παλιά 
και φούρια ακόμα πιο μεγάλη, 

και παίρνω θάρρος που 'μαι εγώ 
ο ζων κι εσύ ο αποθαμένος, 
κι ύπνον βαθύ λυτρωτικό 
ρουφάω, κι εσύ ευχαριστημένος 

σκουπάς το αίμα απ' τα χαλιά 
κι εκ νέου γεμίζεις τη θαλάμη
για να 'σαι έτοιμος ξανά 
όταν σε χρειαστώ και πάλι, 

πόσες φορές, πενήντα -πια- 
χρόνια, σκοτώθηκες για μένα, 
ρε Κώστα απ' την Τριπολιτσά 
που 'χεις τρελού κι Αγίου βλέμμα, 

 κοιτάω το μέρος της καρδιάς, 
μια τρύπα σού 'ναι πια το στήθος, 
φοβάμαι σαν καρδιοχτυπάς 
μη βγει η καρδιά σου απόξω μήπως, 

και μείνεις Κώστα Καρυωτάκη, 
χωρίς καρδιά, να κελαηδάς, 
ευαίσθητο τρελό αηδονάκι, 
να σε κοιτώ να με κοιτάς... 
ά. - λεύτερη Πίνδος- 22 Θεριστή του 2017

Σάββατο, 24 Ιουνίου 2017

Σαν θα χαράζει...





Θα 'ναι πρωί, οι γνωστοί σαν θα το μάθουν 
τ' άξαφνο του χαμού μου το χαμπέρι, 
δυο-τρεις χυμένη στη ματιά τους θα 'χουν 
μια θλίψη τυπική ως το μεσημέρι, 

θά 'ρθουν την επομένη στην κηδεία 
θα σκύψουνε θα με νεκροφιλήσουν, 
"-Ω! πέταξε, ποιητική αδεία, 
στ' αστέρια ο παλαβός" θα ψιθυρίσουν, 

κι αφού με παραχώσει ο νεκροθάφτης 
εμέ που το Πινδαίο ύμνησα χώμα, 
θα με σηκώσει στα Τζουμέρκα ο μπάτης, 
κι αυτοί χαρούμενοι που ζούνε(;) ακόμα, 

στην κρύα την τσιμεντένια άραχλη πόλη 
στη γκρίζα θα επιστρέψουν την αιθάλη 
σαν τα ψοφίμια μέσα στη φορμόλη 
το μαύρο τους μη νιώθοντας το χάλι, 

και πια ο ηλιάτορας σαν θα χαράζει 
πέρα απ' τους λόφους τους μενεξεδένιους, 
ποιον μες στο χάραμα θα λογαριάζει 
για ζωντανόν και ποιους γι' αποθαμένους ; 
ά. - λεύτερη Πίνδος - 24 Θεριστή του 2017

Τρίτη, 20 Ιουνίου 2017

Αμήχανος πορεύτηκα, αληθινός και πράος . . .(ΕΠΙΤΥΜΒΙΟΝ)




"ΑΜΗΧΑΝΟΣ ΠΟΡΕΥΤΗΚΑ 
ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΚΑΙ ΠΡΑΟΣ,
ΣΤΟ ΤΙΠΟΤΕ ΞΟΔΕΥΤΗΚΑ 
ΣΤΟ ΠΟΥΘΕΝΑ ΣΤΟ ΧΑΟΣ, 

ΣΤΟ ΧΑΟΣ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝΤΙΚΟ 
ΣΤΟ ΧΑΟΣ ΤΟ ΕΝΤΟΣ ΜΟΥ." 
στον τάφο μου , σαν θ' ανοιχτώ 
βαθιά στου κάτω κόσμου 

τις περατιές , οι στίχοι αυτοί 
-ποιος θα τους νιώσει , τάχα;- 
με χρώμα να γραφτούν μαβί 
οι στίχοι αυτοί μονάχα, 

κι η εικόνα μου τούτη η πλαϊνή, 
τα δειλινά τα κρύα 
πλάι στο καντήλι να θωρεί 
μ' αβάσταχτη απορία 

τι τάχα οι σκώληκες βαθιά 
ψάχνουν στο καύκαλό μου, 
εμένα που 'χα στα βουνά 
και στ' άστρα το μυαλό μου, 

διατελών ρομαντικός 
κι άμυαλος ισοβίως 
απείθαρχος, αναρχικός 
κι ωσεί παρών κυρίως... 
ά. - λεύτερη Πίνδος