Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη, 25 Απριλίου 2017

Γράμμα απ' τα Γιάννενα





(...μια αληθινή ιστορία, ένα τραγούδι)...στα Γιάννενα,καμιά διακοσαριά μέτρα μετά το Τζαμί της Καλούτσιανης,στο καφενειο-τσιπουραδικο του Μπρούζου,πήγαινε και κάθονταν με τις ωρες ο Νίκος ο μπογιατζής,ωραίος άντρας καθώς έλεγαν στα νιάτα του,ίσκιος τωρα του εαυτού του,χωνεμένος-τσακισμενος απ' το πολύ ούζο και τη ..χρόνια αναφαγιά...ειχε ερωτευτει τρελά μια φοιτητρια εκεί στα μέσα του '70,τον αγάπησε κι αυτή, 3 χρόνια σχέση, ώσπου εκείνη πηρε το πτυχίο της και χαιρέτησε γι' Αθηνα, ένα σούρουπο 16 του Αλωνάρη -πώς να το ξεχάσει ο Νίκος; - ; έβρεχε και μαζί είχε πάρει να βγαίνει ένα σχεδόν γιομάτο φεγγάρι!!!...ο Νίκος, της ειχε γραψει ένα γράμμα,το 'χε πάντα μαζί του στη μέσα τσέπη του σακακιού του, κι εκεί που 'πινε στο μαγαζί,ξάφνου κατά τις 10 το βραδυ πετάγονταν σαν ελατήριο ζήταγε λογαριασμό "-Έχω μια δουλειά", "-Πού θα πας, Νίκο;" "-Να ρίξω ενα γράμμα"...το γράμμα ποτέ δεν το 'ριξε, πήγαινε νύχτα περπατωντας ως το ΚΤΕΛ Αθηνών, απ' την "παραλιακή", τον ερημικό δηλαδή κι ήσυχο δρόμο πλάι στη λίμνη:Καλούτσιανη-Σφαγεία-Ναυτάκια-Δώδεκα-Μώλο,για να τραγουδήσει στην ερημιά, δυνατά , να του πιαστεί και δίχως να ντρεπεται, το Σιγανοψιχάλισμα τις Χάρτινες σκάλες κι άλλα 2-3 παραπονιάρικα του Γαβαλά, και πάντα το Γέλα κυρία μου του Καφάση ,και κάθονταν εκεί στο ΚΤΕΛ μέχρι που 'φευγε το νυχτερινό δρομολόγιο των 11 για Αθήνα...κοίταγε τους επιβατες πίσω απ' τα θολά τζάμια...το λεωφορείο έφευγε, έμεναν μονάχα τα σκυλιά τ' αδέσποτα κι ο Νίκος, μ' ένα άσσο σκέτο στα χείλη να σιγοκαίει σαν καντήλι στον κατήφορο της ζωής του, γωνία Πουτέτση κι Ανεξαρτησίας, αδέσποτο σκυλί κι αυτός,
τα δόντια του έχωνε βαθιά
στης νύχτας τα καπούλια
κι αλύχταγε τα σύννεφα
την Όστρια και την Πούλια: 

"-Κλάψτε, αστέρια κι ουρανοί
κι αγέρηδες και νέφη,
το Νικολή που αγάπησε
κι αγάπη πια δεν έχει..."
..............................................
...Kι απέ την Πίνδο γρύλλιζε
με δακρυσμένο μάτι
για δυο μπαγιάτικα σπυριά
ναυαγισμένη αγάπη: 

"-Πού 'σαι,μωρ' ρούσα μ' και ξανθή μ',
πού 'σαι, περδικομάτα μ' ;
Μαχαίρια κόβουν την ψυχή μ',
σπαθιά την άδεια στράτα μ'."
ά.

Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

Πάσχα του '70, στην Αγια-Μαρίνα, στα Γιάννενα





...μνήμες Πασχαλιάτικες του '70...η μάνα,σαν έμπαινε Μεγάλη Τετάρτη,αρχίναγε μέγα αγώνα με τη ραπτομηχανή της τη Singer,να μεταποιήσει/μπαλώσει τα παλιά,να κάνει η φαμίλια Ανάσταση στην Αγια-Μαρίνα στα Γιάννενα,με καλά ρούχα...στο χωριό παλιότερα,πριν κατεβουμε στα Γιάννενα,δεν μας βάραιναν τετοια... ...Σαν φύγαμε, θυμάμαι, απ' το χωριό,  η μάνα απ' τη Μεγάλη την Τετάρτη  στα Γιάννενα βαριάν είχε θαρρώ  μιαν έγνοια:την Ανάσταση που θά 'ρτει  πώς θά 'ναι όλη η φαμίλια με καλά  ρούχα, ντυμένη στην Αγια-Μαρίνα,  κι εμπάλωνε όλη μέρα τα παλιά  και τά 'φκιανε ολοκαίνουργα και φίνα,  τέτοια μοδίστρα που ήταν διαλεχτή,  κι ακόμα, μάρτυράς μου ας είν' ο αγέρας  γύρω απ' το Λαμπριάτικο κερί, πως το Χριστός Ανέστη ο πατέρας   σαν έλεγε, το πρώτο το φιλί   το 'δινε ψιθυρίζοντας στη μάνα  "-Κράτα καλή μου!" Κι όλοι οι ψαλμοί  μαζί κι η αναστάσιμη καμπάνα  "Κράτα καλή μου" ηχούσανε κι αυτοί,   "Κράτα καλή μου" κι ο Ουράνιος Χτίστης,  "Κράτα καλή μου" κι οι Αρχαγγελικοί  ραφτάδες μες στη ραπτομηχανή της... ά. λεύτερη Πίνδος

Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

Τα Μεγαλοπαράσκευα




ΤΑ ΜΕΓΑΛΟΠΑΡΑΣΚΕΥΑ
Τα Μεγαλοπαράσκευα, στο τέλος της εσπέρας,
ζύγωνε πέρα απ'' το βουνό, ένας ζεστός αγέρας
και στέγνωνε,όπως πέφτανε στου νάρθηκα τη σκάλα,
τ' άγια της μάνας του Χριστού τα δάκρυα στάλα-στάλα...

Και μοσχοβόλαε στο χωριό, της Παναγιάς το δάκρυ
κι η άνοιξη κι ο μενεξές κι η ασβέστη απ' άκρη σ' άκρη
και τραγουδούσε ο Αρχάγγελος, πέρα απ' τους καφενέδες,
μεθώντας με γλυκό κρασί και μύρο απ' τους μπαξέδες!
..................................
Κι άμα το σούρουπο άπλωνε τα μαύρα τα φτερά του,
ο Ναζωραίος έβγαινε απ' τ' άγιο σκήνωμά του
και πήγαινε και χαίρονταν τη νυχτωμένη Πλάση,
το πανηγύρι των ανθών, των άστρων το γιορτάσι!

Και γύρναγε το χάραμα, απ' ευωδιές πιωμένος,
ίσκιος αλαφροπάτητος,γλυκός και μυρωμένος
κι έβαζε μες στην εκκλησιά τη μάσκα του θανάτου
και χώνονταν κι ησύχαζε μες στ' ανθοσάβανά του !

Πήγαινε ο πετροκότσυφας και στέκονταν στην άκρη
κι έσταζαν τα φτεράκια του της άνοιξης το δάκρυ
κι οι μίσχοι απ' τα γαρούφαλα και τα κομμένα κρίνα,
στα χείλη τ' άνεμου, μικρά γινόντουσαν κλαρίνα

και φύσαε και ξεχύνονταν το μοιριολόι στις στράτες
και τ' άκουγαν και ράγιζαν οι πρωινοί διαβάτες :

"-Άχου ! ένας νιος που χάνεται, με τον ξανθόν Απρίλη
και τρέμουνε τα σύμπαντα στα κρύα του τα χείλη!
Άχου ! κι εσείς που μιαν αυγή, σαν ίσκιοι θα διαβείτε
και θα χαθείτε ολότελα κι οπίσω δεν θα 'ρθείτε..."
ά. - λεύτερη Πίνδος

Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

Μεγάλη Πέμπτη



Μια μαύρη πέτρα ετίναξε -παιδί- Μεγάλη Πέμπτη,
άντρεψε, πενηντάρισε κι εκείνη ακόμα πέφτει...
.....................................
...Η πέτρα είναι ο θάνατος
η πέτρα είν' η ζωή μου 
της Γης το Τετραβάγγελο
στην εκκλησιά της Πίνδου,

στα χιόνια γύφτισα γυμνή
βαλκάνια αμαζόνα
σφάζει τ' αγκάθι στην ποδιά
τον άνεμο στο γόνα,
στο Γράμμο, στη Νεμέρτσικα
στου Βίκου το φαράγγι,
προγκάει το μαύρο τ' άσπλαχνο
του Χάρου το σφαλάγγι,
στον ίσκιο της αλυγαριάς
στο πλάγιασμα του πρίνου
στρώνει δροσάτο αγύριστο
γιοφύρι στο κορμί μου
στις δίκοπες αγάπες μου
στο μπρούσκο το κρασί μου
τροχάει το μαύρο κεραυνό
και την υπομονή μου,
γρανίτης πένθιμος γλυκός
μανούλα κι αδερφή μου
η πέτρα είν' ο θάνατος
η πέτρα είν' η ζωή μου...
ά. - λεύτερη Πίνδος

Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

Τους νιους τρελαίνει η άνοιξη η γλυκιά


Έτρεχα !
Eτρεχα σαν τρελός, στα λιβάδια του χωριού.
Απέναντι,αμφιθεατρικά και σε μια απόσταση γύρω στα 300 μέτρα απ' τα λιβάδια,στέκονταν το χωριό (σχεδόν κωμόπολη) στην πλαγιά του λόφου, κάμποσο ψηλότερα απ' τα χωράφια...
Έτρεχα σαν έφηβος, όλο και πιο γρήγορα.
Γιατί ;
Γιατί λογάριαζα πως μ' έβλεπε εκείνη απ' το μπαλκόνι της.
Εκείνη...
Εκείνη είχε βρεθεί στο χωριό, για τις διακοπές του Πάσχα.
Θα 'ταν κάπου είκοσι-είκοσι δυο χρονών, ψηλή γύρω στο 1.78, μελαχρινή κι όμορφη σαν αμαρτία μακρινή κι άπιαστη.
Με τα τεράστια, πανέμορφα αμυγδαλωτά μάτια της και τ' ατελείωτα πόδια της ..!
Ήταν και βολεϋμπολίστρια.
Κάθε πρωί , γύρω στις 10,ερχόταν στο σχολειό,απέναντι απ' το σπίτι μου, και γυμναζόταν στο γηπεδάκι του βόλεϋ, για να μη χάσει τη φόρμα της, όσο θα 'μενε μακριά απ' την Αθήνα και την ομάδα της.
Μ' είχε πάρει κάνα-δυο φορές το μάτι της, την ώρα που 'βγαινα στο μπαλκόνι, τάχα για να μιλήσω στο κινητό, και μπορώ να πω ότι της είχα κινήσει το ενδιαφέρον...
Αυτή, λοιπόν, δεν ήταν κοπέλα.
Αγγελούδα να δροσίζει τους πεπτωκότες της κόλασης ήταν .
Κι αμαρτία κινούμενη, είπαμε...
Έρχονταν και μοσκοβόλαγε ο τόπος.
Έτρεχε και τραμπαλίζονταν τα στήθια της, πάνω-κάτω, γιομάτα νεανική αλκή κι αυθάδεια...
Έσκυβε να πιάσει τη μπάλα κι αναστέναζε ο δρόμος με τα μαστόρια και τους Πακιστανούς που διάβαιναν .
Δυο μέτρα "γύναικος" !
"Ο γύναικος" !
Έτσι τη βάφτισε η πεθερά μου !
"Ήρθε ο γύναικος με τη μπάλα! " έλεγε, σαν έσκαγε μύτη το κοράσι του Παραδείσου...
Το κοράσι με το πολύ κοντό, αθλητικό της σορτσάκι, να φτάνει δυο όλους κι όλους πόντους κάτω απ' τη σμίξη των ποδιών της, και να φανερώνει σάρκα αλαβάστρινη κι εφηβική,πιο πολύ παρά να κρύβει...!
Έσκυβε, λοιπόν, να πιάσει τη μπάλα και σπούδαζαν οι τοίχοι του σχολειού την τέλεια Γεωμετρία !
Ποτέ δεν είχαν ακούσει δάσκαλο να εξηγεί όπως τώρα τούτη η "δασκαλίτσα", τι εστί καμπύλη, περιφέρεια, ημισφαίριο...!
Έβραζε η άσφαλτος στην αυλή του σχολειού.
Τρέμαν οι μυγδαλιές.
Κρέμονταν η γειτονιά , στα παραθύρια.
Τα σερνικά ζουρλαινόμασταν.
Ποτάμι φουσκωμένο οι ορμόνες μας, ξεχείλιζαν στα βρακιά μας, πλημμύριζαν το δρόμο απόξω απ' το σχολειό κι ευώδιαζαν το χωριό βαρβατίλα και δύναμη.
"Μαραίνομαι ο καημένος" τραγούδαγε ο σχωρεμένος ο Καρναβάς, στο παλιό μαγνητοφωνάκι PHILLIPS του ποδηλατά του Μάκη απέναντι...

Μαραίνομουν κι εγώ.
............................................................................................
Έτρεχα λοιπόν , τώρα Πέμπτη 28 Απρίλη του 2016, ντυμένος τ' αθλητικά μου,εγώ ο Φρίξος Αμαραντίδης ,λογιστής και παλιός δρομέας, στα λιβάδια του χωριού.
Του χωριού.
Όχι του χωριού μου.
Δεν ήταν το χωριό μου αυτό.
Γαμπρός βρέθηκα εκεί...
Έτρεχα και λογάριαζα πως μ' έβλεπε εκείνη, απ' το μπαλκόνι της.
Έτρεχα και ζωγράφιζα.
Ή μάλλον. δεν ζωγράφιζα.
"Έγραφα" γράμματα τεράστια, τρέχοντας ..τεθλασμένα (!!! ), ο παλαβός.
Είχα αυτή την ευχέρεια, μια κι ο χώρος εκεί που 'τρεχα, ήταν τεράστιος.
Σκόπευα να της γράψω Σ' ΑΓΑΠΩ, να το δει από μακριά, απ' το μπαλκόνι της πάνω...
(Όχι ΣΕ ΑΓΑΠΩ.Δεν υπάρχει αυτό, αφού κανείς δεν το λέει έτσι. Όλοι λέμε
Σ' ΑΓΑΠΩ.)
Αυτό σκέφτηκα στην αρχή να γράψω, μα το ξανασκέφτηκα...
Πώς θα την έγραφα την απόστροφο μετά το Σ ;
Δε θα την καταλάβαινε από μακριά.
Θα διάβαζε τα τέσσερα πρώτα γράμματα, μαζί : ΣΑΓΑ...
ΣΑΓΑ ;
Τι ΣΑΓΑ ;
ΣΑΓΑΝΑΚΙ ; Θα μ' έκοβε για τρελαμένο σερβιτόρο, θα 'κανε μεταβολή στο μπαλκόνι και θα 'μπαινε κατευθείαν μέσα στο σπίτι της.
Κι έτσι βάλθηκα να γράψω ΑΓΑΠΩ.
Κι αρχίνησα..
Απ' την καλύβα του Λάζαρου του Λέτσιου , ως την κερασιά δίπλα απ' τις ποτίστρες, έκανα ο λοξός , τη λοξή γραμμή του Α , μ' ένα σπριντάρισμα 50 μέτρων .
Φτάνω στην κορυφή και, σαν να κοπάνησα σε τοίχο αόρατο, κάνω μεταβολή σχεδόν και σχηματίζοντας γωνία 30 μοιρών με την προηγούμενη γραμμή, τρέχω ξανά 50 μέτρα και γράφω και τη δεύτερη λοξή γραμμή απ' το Α .
Μεταβολή, ξανά πίσω, και στα 25 μέτρα, κόβω αριστερά και σχηματίζω τη μικρή γραμμή απ' το Α , αυτή που ενώνει τις μεγάλες λοξές.
Εντάξει. Πάει το Α . Πώς θα πήγαινα τώρα να γράψω το Γ , χωρίς να τη μπερδέψω που μ' έβλεπε;
Χαμήλωσα κάτω,πολύ κάτω, μαζεύτηκα, κι ύστερα κουλουριάστηκα, κι έτσι σαν μπάλα,σαν σκαντζόχοιρος κουλουριασμένος, άρχισα να κουτρουβαλάω πάνω στα χορτάρια και στα φρύγανα, μέχρι που ξεμάκρυνα καμιά τριανταριά μέτρα απ' το Α .
Έγραψα εκεί και το Γ .
Μετά , πάλι σαν το σκαντζόχοιρο, δώσ' του κολοτούμπες...
Κι έπειτα, σαν ξεμάκρυνα απ' το Γ , έπιασα να γράφω το δεύτερο Α .
Μετά, το Π .
Το Ω με δυσκόλεψε λίγο ...
Αλλά, πλέον τα 'παιζα στα δάχτυλα τα γράμματα.
Και το Πατερημών ακόμα θα μπορούσα να γράψω.
Αρκεί να 'χα καμιά σαρανταριά στρέματα τόπο....
.....................................................................
Το επόμενο πρωί, στις 10, άμα είχα πιει την καφεδιά μου στην κουζίνα, έσκασε μύτη στο σχολειό η ξωτικιά με τη μπάλα του βόλεϋ.
Τρίξανε τα παραθύρια στη γειτονιά.
Οι ορμόνες βάρεσαν κόκκινο.
Ο ποδηλατάς απέναντι, ξανά-μανά τον Καρναβά... "Μαραίνομαι ο καημένος"...
Αλλά, τι είχε βαλθεί τώρα να κάνει η μικρή μου ;
Αντί για τα γνωστά "καρφώματα" πάνω απ' το φιλέ, το 'ριξε στο μπάσκετ !
Μπάσκετ με τη μπάλα του βόλεϋ...!
Χτυπούσε τη μπάλα πάνω στο έδαφος και προχωρούσε, σαν μπασκετμπολίστρια που κατεβάζει τη μπάλα...
Αλλά, τι αλλόκοτα προχωρούσε !
Χάραξε ίσια πορεία 30 μέτρων στην αυλή του σχολειού, έκανε μεταβολή και ξαναγύρισε πίσω, ακριβώς πάνω στη ..γραμμή που 'χε μόλις χαράξει !
Στα μισά, στα 15 περίπου μέτρα,έκανε στροφή αριστερά, έτσι που σχημάτισε γωνία 30 μοιρών με την προηγούμενη ..γραμμή , και κινήθηκε για καμιά εικοσαριά μέτρα, ώσπου εκεί , ξανά μεταβολή και πάλι πίσω..Και μετά, πορεία πάλι προς τα αριστερά και νέα γραμμή 20 μέτρων.
Το 'χα ξαναδεί αυτό...!
Ή μάλλον, το 'χα κάνει εγώ ο ίδιος, ο Φρίξος Αμαραντίδης....
Δεν είναι δυνατόν, ψέλλισα !!!
Είχε μόλις "γράψει" το Κ .
Μετά, έγραψε το Ι.
Όλο μαζί : ΚΙ .
Ύστερα, κοντοστάθηκε για κάνα δίλεπτο, με τα χέρια υψωμένα.
Τέντωμα το λένε αυτό οι αθλητές , διατατική άσκηση, δηλαδή, για να τεντώνονται οι μυώνες...
Αλλά, τούτη, σα να το 'κανε για "παύση" στο ..γράψιμο.Για να ξεχωρίσουν οι λέξεις...
Μετά, έπιασε να γράφει το Ε .
Μετά το Γ.
Και τέλος, το Ω !
Όλο μαζί : ΕΓΩ.

Kι όλο-όλο μαζί, είχε γράψει : ΚΙ ΕΓΩ !

Μου 'φυγε πέρα το φλυτζάνι με τον καφέ.
Κομμάτια το γυάλινο τραπεζάκι, κομμάτια κι η φωτογραφία της πεθεράς που 'γλειφε το παγωτό-χωνάκι στο Λουτράκι το '97...!
Αποτρελάθηκα, γλυκάθηκα, άνθισα, έσκουξα με παράπονο σαν το κουτάβι.
'Εσκουξα που τη ζωή μας σ' αλυσίδες βάνουμε.
Που περνάμε σαν ίσκιοι μια και μόνο φορά απ' ετούτο τον κόσμο, δίχως να ζήσουμε αληθινά, όλο "-Μη !" και "Πρέπει...".
Ένιωσα σα μπαμπόγερος οχτακόσια χρονών.
Πόσο ήμουνα ;
Tι σημασία έχει.
Διάβηκαν τα χρόνια μεμιάς σαν καταιγίδα στις πλάτες μου !
39....
49....
59....
69.....
79......
89......
Κύρτωσαν οι ώμοι μου, σκοτείνιασε η μουσούδα μου, γένηκα μαύρο χώμα και με πήρε ο αγέρας στα βουνά,ψηλά σε μια σπηλιά.
Όπως έφευγα, άκουσα ξανά τον Καρναβά στο μαγνητοφωνάκι το PHILLIPS του ποδηλατά απέναντι, να σκούζει : "Βαθιά σπηλιά μέσ' στα βουνά, θα βρω να κατοικήσω"....

Κλυδωνίστηκα , μαύρο-κατάμαυρο χώμα, ψηλά στα βουνά, χώθηκα σε μια σπηλιά...
Μα, πάλι πίσω μ' έφερε ο αγέρας.
Χώμα με πήρε κι άνθρωπο ξανά μ' αφήκε !
Μ' απίθωσε στο μπαλκόνι απόξω κι ευώδιαζε πιότερο τώρα ο μαχαλάς απ' τους χυμούς της μικρής.
Τα χρόνια, σαν ελατήριο ξεχαρβαλωμένο και σκουριασμένο που θαρρείς το λαδώνει κάποιος και ξανασυσπειρώνεται και ξαναβρίσκει την παλιά του ελαστικότητα,, πήραν να μαζεύονται ξανά :
89....
79.....
69....
59....
49....
39.....
29.....
19....
Ήμουν 19 !
"Είμαι 19άρης και σας γαμώ τα λύκεια", που τραγούδαγε κι ο Σαβόπουλος !
Φόρεσα το ξεβαμμένο τζινάκι μου, τη μπλούζα κολλεγίου, έβαλα ζελέ στο κοντοκουρεμένο μου μαλλί κι άφησα το καλογυμνασμένο μου κορμί να κατηφορίσει ως το σχολειό απέναντι.
Πλησίασα τη γόησά μου..
Μου χαμογέλασε.
Ο Μάης στα στήθια της, μοσκοβόλησε.
"Τους νιούς τρελαίνει η άνοιξη η γλυκιά", άρχισε να τραγουδάει φάλτσα ,ο Αργύρης ο Μπακιρτζής, στο PHILLIPS το μαγνητοφωνάκι του ποδηλατά απέναντι...
"Τους νιούς τρελαίνει η άνοιξη η γλυκιά" !

Kι άμα σκόλασε ο Μπακιρτζής, τι θάμα κι ετούτο, πλημμύρισε η αυλή του σχολειού, από παιδάκια που πιάσανε κι αυτά, ξανά το ίδιο τραγούδι, αλλά πιο γλυκά κι όμορφα ετούτα .
Εγώ ο έρμος, τρελότερος κι ομορφότερος από ποτέ, χόρευα .
Με τον αγέρα χόρευα.
Κι η νεράιδα χόρευε.
Με τον αγέρα κι αυτή.
Κι ύστερα ο αγέρας μάς σήκωσε στα ύψη και βρεθήκαμε να χορεύουμε ψηλά-πολύ ψηλά, πάνω απ' την αυλή του σχολειού,οι δυο μας.
Εγώ κι η νεράιδα .
Τα παιδάκια από κάτω,τραγούδαγαν :
"Τους νιούς τρελαίνει η άνοιξη η γλυκιά" !!
"Τους νιους τρελαίνει η άνοιξη η γλυκιά" !!!!!!!!!!!!!!!!

Το σχολειό άνοιξε στα δυο .
Έγινε γαρούφαλλο ανθισμένο.
Τα πέταλά του φούσκωσαν.
Φούσκωσαν πολύ, τόσο που το σχολειό σηκώθηκε απάνω σαν τ' αερόστατο και χάθηκε στον ήλιο.... 
ά. - λεύτερη Πϊνδος

Κυριακή, 9 Απριλίου 2017

Ωσάν το ψάρι που τραβάει μονάχο κι αναπόταμα






...Κι όπως στον όνο του ο Χριστός, απ' της Ιουδαίας τα όρη,
ωσάν το ψάρι που τραβάει μονάχο κι αναπόταμα
έμπαινε στην Ιερουσαλήμ, ορθόπλωρο βαπόρι
η μέρα έπλεε στ' Απριλιού το γκρίζο συννεφόκαμα
κι απάνω-απάνω απ' το ψηλό το μεσιανό κατάρτι
η Παναγία μεριάζοντας ζερβά το καραβόπανο,
άφησε τ' άγιο το βουβό το μητρικό της δάκρυ,
κι οπού 'πεσε , μενεξεδί φύτρωσε αγαποβότανο,
είκοσι αιώνες στη σειρά, αυτοί που το μυρίζουνε
τρελαίνονται κι αγιάζουνε κι αθάνατοι λογίζονται.
ά. - λεύτερη Πίνδος-Κυριακή των Βαϊων,9 Απρίλη του 2017

Σάββατο, 8 Απριλίου 2017

Ανάμεσα Σύρο και Τζιά





Ανάμεσα Σύρο και Τζιά
Γιάννενα και Ροδόπη,
μικρή φυτρώνει νερατζιά
στου Γραίγου τη μετόπη,

ανθεί μονάχα μια φορά
καρπίζει μια μονάχα,
έχε τα μάτια σου ανοιχτά
και τη φωτιά στα σπλάχνα

μονίμως καίουσα-ζωντανή
αν θες να κάνεις ζάφτι
τη νερατζούλα τη μικρή
τη νερατζιά που αστράφτει

όμοια μ' αστέρι, χαμηλά
στων κοριτσιών την πόρπη...
Ανάμεσα Σύρο και Τζιά
Γιάννενα και Ροδόπη...
ά. - λεύτερη Πίνδος
....η ζωή μας...η μικρή μας ζωή...μια μικρούλα νερατζιά που μοσκοβολάει και βγάνει υπέροχους καρπούς, και που, έπρεπε διαχρονικά ο άνθρωπος να την "τρυγήσει"...παντί τρόπω... απ' τα χρόνια του χαλκού ως σήμερα/αύριο/πάντα...μ' όσα εμπόδια κι αν τύχαιναν...το ιερό χρέος του καθενός ανθρώπου απέναντι στην Ανθρώπινη ράτσα..

Σάββατο, 1 Απριλίου 2017

Ο τρελός δερβίσης



Απάνω στα ψηλά βουνά
ένας τρελός δερβίσης
σκύβει τιμά και προσκυνά
τα χρώματα της Φύσης,

το κόκκινο του Έρωτα
το μαύρο του θανάτου
το πένθιμο μενεξεδί
του Μεγαλοσαββάτου,

ξενύχτησε έκοψε προψές
της χαραυγής το μίσχο
κι ανάδεψε το γαίμα της
με της οξιάς τον ίσκιο

και με το θρόισμα της γυμνής
σεπτής του παρανοίας
που 'χει απ' τ' αγρίμια του βουνού
δικαιωθεί απευθείας

σαν και δικιά τους μόνιμη
κι αλάθητη ολωσδιόλου
λεπτότατη υποδόρια
αντίληψη του κόσμου,

κι έφκιασε τ' ανεξίτηλο
χρώμα της αιωνίας
των κατοικούντων στα ψηλά
βουνά, αθανασίας,

τράβα να πας και να τον βρεις
τράβα για να σε βάψει,
τράβα, δυό αθάνατα φτερά
στην πλάτη σου να ράψει,

μα μην ξεχάσεις φίλους και
δικούς να χαιρετήσεις,
ότι μακριά τους στα βουνά
χίλιες ζωές θα ζήσεις.
ά. - λεύτερη Πίνδος