Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο, 30 Δεκεμβρίου 2017

"Ξύπνα, καλέ μου, πήγε εφτά..."






...Ζωή που πνέεις μονάχα μια
φορά γλυκά στα στήθια ,
εκειός που από τα κέρατα
δεν σ' έπιασε σφιχτά

να σε τραντάξει  σαν τρελός
να σ' ανεμοκουνήσει 
να σου ρουφήξει ακόπαστα
μεδούλι και χυμούς

θά 'ρθει η στιγμή -πικρή στιγμή-
στ' αγύριστο ταξίδι
ψηλά στο μαύρο τ' άρμενο
να κλάψει σαν παιδί

μα θα 'ναι αργά πολύ αργά
και πια παιδί δεν θα 'ναι
και θα 'ναι όσα δεν έζησε
μαχαίρια στην ψυχή

τραγούδια μελαγχολικά
στον παγερό αγέρα
μικρούλια Φλεβαριάτικα 
ανθάκια μυγδαλιάς 

δρολάπι που τα εξάπλωσε 
νεκρά μεμιάς στο χώμα,
ζωή που πνέεις σαν της μητρός
το χνώτο το ζεστό

σαν σκύβει πάνω μας γλυκά
σαν είμαστε παιδάκια
"ξύπνα, καλέ μου, πήγε εφτά,
ώρα να πας σχολειό"

κι όσο να πάει εφτάμισι
κι οχτώ κι εννιά και δέκα
μαύρη γινόμαστε αστραπή
και σκοτεινό νερό.
ά.











Πέμπτη, 28 Δεκεμβρίου 2017

Δυο ταλληράκια εβάσταγε



photo:Απόστολος Βαλμάς
Δυο ταλληράκια βάσταγε 
στις τσέπες του μονάχα 
να πιει καφέ στο μαγαζί 
απάνω στα βουνά 

 κι ωστόσο σαν αντίκρυσε 
τα κορφοβούνια ομπρός του 
ένιωσε κοσμοκράτορας 
πλούσιος και βασιλιάς 

τα χέρια άνοιξε διάπλατα 
κι έσκουξε σαν παιδάκι
που δέσμιο τον εβάσταγε 
στα χαμηλά η ζωή

ήθελε να τον είναι εκεί 
χειμώνα καλοκαίρι 
εικόνισμα στο διάσελο 
κεράκι στο βοριά 

να καίγεται να υψώνεται 
να λειώνει και ν' αγιάζει 
ώσπου να γίνει του βουνού 
ψαλμός κι ανασασμός, 

τι άλλο να 'ταν η ζωή 
κι η αθανασία τάχα; 
..Δυο ταλληράκια εβάσταγε 
στις τσέπες μια ζωή. 
ά. - λεύτερη Πίνδος - 28 Δεκέμβρη του 2017

Η Ρωμιοσύνη





Απ' τα βουνά κατέβαινε
φορτσάτη η Ρωμιοσύνη 
ζάρκη* χωρίς μαλάματα 
λούσα και χαϊμαλιά 

βάσταγε παραμάσχαλα
κλαρίνο και λαούτο
κι ατάραχη ροβόλαγε
στη μαύρη καταχνιά

μάνα του Μεγαλέξαντρου
και του Καραϊσκάκη 
του Περικλέους του Μπότσαρη
του γέρου του Μοριά

με το κλαρίνο τ' αλαφρύ
και το βαρύ λαούτο
να πέμπουν πεντατονικά
θούρια στον ουρανό

κατέβαινε, Νεμέρτσικα
Τζουμέρκα Μακρυνόρος,
εκεί στο Ρίο στη θάλασσα
στα πικροχαμηλά

ο άνεμος τής έφερνε
βιολιά της Εσπερίας
φραντσέζικα σαξόνικα
κι αμερικανικά,

"στον τόπο ωρέ" τούς φώναζε 
και πέτρωνε το κύμα
κι εδιάβαινε στη ράχη του
πώς διάβηκε ο Χριστός

 ορθάτη κι αετομάτισσα
 να φτάσει ως τη Γαύδο
με τη  γαλάζια μπόλια της
πανάκι στο βοριά

με το κλαρίνο τ' αλαφρύ
και το βαρύ λαούτο
να σκίζουν να λιγώνουνε
του κόσμου τα βουνά.
ά. - λεύτερη Πίνδος -28 Δεκέμβρη του 2017

1 ζάρκος=γυμνός, ελαφρά ντυμένος, στα Ηπειρώτικα. Πιθανότατα σλαβικής προέλευσης λέξη.

Τετάρτη, 27 Δεκεμβρίου 2017

Στέφανος Σκοπούλης, ο γιατρός των φτωχών κι αδυνάτων, ο Άγιος των βουνών





...του Αγίου Στεφάνου......οι αληθινοί Άγιοι, πέρασαν απ' τη Γη, ένα με τη φτωχολογιά, κι έφυγαν πάνω σε βουνό...<Στέφανος Σκοπούλης(1951-2016):ο γιατρός-καρδιολόγος των φτωχών/αδυνάτων, ο αγνός φυσιολάτρης/ορειβάτης, ο Άγιος των βουνών>...http://katoci.blogspot.gr/2017/02/blog-post_43.html 

Κατά τον ήλιο ανέβαινε  
ο Στέφανος Σκοπούλης  
ορειβατών αρχάγγελος
στην κόψη του βουνού

στις Σβάρες και στα σύννεφα 
και στο Ελευθεροχώρι 
στην Άγια Μαύρα απόπερα
κρέμονταν στους γκρεμούς

κι είχε στις απαλάμες του 
και στο βαρύ δισάκι 
καρδιές να βγούνε στα βουνά 
να βρούνε γιατρειά

"-Γιατρέ, του λέει ο άνεμος, 
δεν έχει παραπέρα,
εδώ είν' του κόσμου σύνορο
το 'φραξε ο Γιαραμπής"

"-Ενδορφινών παραίσθηση" 
ψιθύρισε ασθμαίνων 
κι εγέλασαν τα μάτια του 
τα μελαγχολικά

κι ανέβαινε κι ανέβαινε 
κι εγιόμιζαν αγέρα  
δυνάμωναν γιατρεύονταν 
μες στον τορβά οι καρδιές  

καρδούλες μαραζιάρικες
χωρίς στον ήλιο μοίρα 
φτωχούλες κι ερωτιάρικες
που δίψαγαν ζωή


εκεί σιμά στην κορυφή 
που κόβονταν οι στράτες 
δρασκέλισε τα σύννεφα 
αθάνατος νεκρός 

άμα χιονίζει και φυσά 
το Στέφανο ενθυμείστε
 των αδυνάτων το γιατρό
τον Άγιο των βουνών. 
ά.  - λεύτερη Πίνδος - 27 Δεκέμβρη του 2017/του Αγίου Στεφάνου


Δευτέρα, 25 Δεκεμβρίου 2017

Τα φαρμακεία του έθνους


 Τα  διανυκτερεύοντα 
του έθνους φαρμακεία  
τα μάθαμε στ' ορθάνοιχτο 
της Πίνδου το σχολειό: 

Διονυσίου Σολωμού  
-Ζακυνθινού- το πρώτο
γωνία Ξανθούλας δώδεκα  
κι Αλαφροϊσκιωτου

είχε κυρίως οξυζενέ
γάζες και σουφλαμίδες 
για εθνικά κατάγματα
για πτώσεις εθνικές 

αντιβιώσεις για σκλαβιές 
 και κρατικές πτωχεύσεις
-συλλογικά γιατρέματα
ιάσεις μαζικές- ,

Παπαδιαμάντη Αλέξανδρου 
το δεύτερο -Σκιαθίτου-  
τέρμα ζερβά κι αφώτιστα
Φαρμακολύτριας  

αυτό δεν είχε τίποτα 
σε κοίταζε στα μάτια 
ο γέρων φαρμακοποιός 
με τας χλωμάς παρειάς,

και βαθυτάτη συντριβή 
κι ωραία χαρμολύπη 
στα στήθη ενσταλαζόμενος 
έβγαινες ελαφρύς 

δρολάπι κρύο ανάσαινες 
επάτεις μαύρο χώμα 
γειώνοσουν με θάνατο 
έρωτα και ζωή 

"τα ρέστα σας ,εφώναζε, 
κύριε" οπίσω ο γέρων 
δυο μίσχους αγιορίτικης 
κραδαίνοντας δρυός.  
ά. - λεύτερη Πίνδος - Χριστούγεννα του 2017







Χριστός γεννάται σήμερον


(...Χριστός γεννάται σήμερον...) 

Μελισσοκέρι χιώτικο
ανάσα στην καπνιά
το καρελάκι άναβε
ο πατέρας στη φωτιά 


στη Ντόιτσε Βέλε ο Λεοντής
τα κάστανα στη στιά
λιβάνι η φτώχεια ετύλιγε
τους τοίχους στοργικά 

Χριστός γεννάται σήμερον
γονάτιζε σκυφτά
το σπίτι και στις κάμαρες
εχιόνιζε χαρά 

το 'στρωνε χάμω μιαν οργιά
και τρεις μες στην ψυχή
ποτέ να μην πεθάνουμε
να 'μαστε όλοι μαζί 

τώρα οι μισοί απομείναμε
στην καμαρούλα ορθοί
στο χώμα οι άλλοι αγέρωχοι
τσαπίζουν τη σιωπή 

τη ρίζα την απέθαντη
τη μνήμη τη βαριά
Χριστός γεννάται σήμερον
το σπίτι τραγουδά.
ά. - λεύτερη Πίνδος - 24 Δεκέμβρη του 2017

Κυριακή, 24 Δεκεμβρίου 2017

Χόρευε στη βροχή...




Έβγαινε τ' απογεύματα 
χόρευε στη βροχή 
την έπαιρναν τα αίματα 
κι οι μαύροι ουρανοί 

"-Πού πας, μικρή, πού χάνεσαι 
 πού λείπεις συνεχώς;"
"-Εκεί που κλαις κι αισθάνεσαι
τον πόνο καθενός!" ,

μια μέρα στροβιλίστηκε 
σαν ίσκιος στη βροχή 
του Γαλαξία λιμπίστηκε 
την άσωστη σιωπή, 

κι ανέβαινε κι ανέβαινε  
εφτά κι οχτώ ζωές  
κόμπο το γραίγο έδενε 
με τις βουνοκορφές 

και τα ηλιοβασιλέματα  
με τ' άστρου τη σιγή,
έβγαινε τ' απογεύματα 
χόρευε στη βροχή,  

"-Πού πας, μικρή, πού χάνεσαι 
πού λείπεις συνεχώς;" 
"-Εκεί που κλαις κι αισθάνεσαι 
τον πόνο καθενός..." 
ά. - λεύτερη Πίνδος - 24 Δεκέμβρη του 2017







Σάββατο, 23 Δεκεμβρίου 2017

Βουλιαράτι



...Πήγαινα το δρόμο-δρόμο 
Χάιδω χαϊδεμένη 
 σε βαρύν και στέρφο τόπο
σε ραχούλα ξένη 

πίσω χιόνια 'μπρός αγκάθια 
φτάνω Βουλιαράτι 
στου καφέ τα κατακάθια 
μαύρο σκαλοπάτι 

πέτρα ασιούκωτη στον ώμο 
στράτα ματωμένη, 
πήγαινα το δρόμο-δρόμο 
Χάιδω χαϊδεμένη. 
ά. - λεύτερη Πίνδος - 23 Δεκέμβρη του 2017

Οι κάστορες με τα λευκά γουνάκια



   ΟΙ ΚΑΣΤΟΡΕΣ ΜΕ ΤΑ ΛΕΥΚΑ ΓΟΥΝΑΚΙΑ
(...ακατέργαστο ασμάτιο, βασισμένο σε λαϊκό μύθο της λεύτερης Πίνδου...)
...Ήταν μια μέρα ο μέρμηγκας,ο ποντικός κι ο γάτος 
ο σπούργος κι η αλώπεκα κι ο πετροκότσυφας, 
ψιλοσυνεταιριάσανε ,"-Αδέρφια,λέν', στα φόρα 
θα βγάζουμε το έχος μας, κι όσοι έχουνε πολλά
πολλά θα συνεισφέρουνε στον κορβανά του δάσους, 
κι αυτοί με τα λιγότερα πιο λίγα φυσικά,
αλλά , θα λέμε , πάντοτε,πού τα 'βραμε τα πλούτη, 
να μην πλανιέται η εντύπωσις πως είμεθα λησταί." 
...Και πέσανε οι υπογραφές μπαμ !μπαμ !μπαμ ! 
 
...Μια μέρα συγκατοίκησαν κι οι κάστορες μαζί τους,
είχαν γουνάκια κάτασπρα και βλοσυρή ματιά  
"-Εμείς ,λένε, δεν ξέρουμε, δεν είδαμε, δε θέμε, 
δε φταίμε , δε γουστάρουμε, δεν είμαστε απ' εδώ,
μα ούτε και δυνάμεθα να βγάζουμε στα φόρα 
το έχος μας τον πλούτο μας να ξέρει ο καθείς"  
...Πάει τη νύχτα ο μέρμηγκας απόξω απ' το τσαρδί τους, 
φυτίλι ανάβει δίμετρο φουρνέλο δυνατό! 
Το δάσος όλο βρόντηξε: μπαμ ! μπαμ ! μπαμ !  
ά. - λεύτερη Πίνδος - 22 Δεκέμβρη του 2017

Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2017

Διαμάντια και σκουριά


...Πώς φύγαν' τόσα  χρόνια, πώς  / διαβήκανε, μωρό μου, 
σαν τ' αηδονάκια τα τυφλά / απάνω απ' τη φωτιά, 
 τώρα η φωνούλα σου αχός / στο στέρνο τ' ανοιχτό μου 
φτερό και φύλλο  στο βοριά / διαμάντια και σκουριά,  

 μα εγώ θα κάψω στο σολφέζ / τα δάκρυα που ανατείλαν'  
στη ραγισμένη σου ματιά / εκείνη τη βραδιά, 
μα πες μου ό,τι είπε κι η Μπαέζ / σαν γίναν' με τον Ντύλαν 
φτερά και φύλλα στο βοριά: / "-Διαμάντια Και Σκουριά" !
ά. - 22 Δεκέμβρη του 2017

Ψωνίζει τ' άστρα εφτά δραχμές



...Γράμματα δεν εσπούδαξε 
ταίριαξε με τα πλήκτρα
αναμεράει του ακορντεόν
την πλαστική καλύπτρα  
  
 βουτάει στα ελάσματα βαθιά 
το μέταλλο τον σφάζει
κομμάτια γίνεται στο Fa  
στο Sol φτερούγες βγάζει

θάματα κι άνθια λούζεται  
η γύφτική του η πέτσα 
ψωνίζει τ' άστρα εφτά δραχμές 
τον ήλιο με τα ρέστα

χορτάτος  από μουσικές
θ' αναληφθεί μια νύχτα, 
γράμματα δεν εσπούδαξε 
ταίριαξε με τα πλήκτρα. 
ά. - λεύτερη Πίνδος - 22 Δεκέμβρη του 2017

Γράψαμε ολίγα ποιήματα...


....μ' ένα STAEDTLER μολύβι...

Δεν κάμαμε αποκτήματα 
 κι εξοχικά και φράγκα
γράψαμε ολίγα π'ήματα 
ξενύχτες πλάι στη λάμπα  

-λάμπα όχι  από διάθεση
για οικονομία στα φώτα
 μα πλάθοντες "το ποιητικό
το κλίμα" πρώτα-πρώτα- 

κι αν δεν εγράψαν πουθενά
για εμάς -ω! ελπίδες φρούδες-
ράψαν' στις πλάτες μας φτερά
οι νυχτοπεταλούδες  

την ώρα του θαμπού αυγινού
φωτός και του θανάτου
την ώρα του ποιητικού  
ωραίου μεροκαμάτου  

για τη Στιγμή για το Ρυθμό  
μ' ένα STAEDTLER μολύβι 
 όμοια μ' εργάτες σε παλιό
κι αφώτιστο λιοτρίβι, 

μυλόπετρες γυρνάγανε 
οι ρίμες και βαρούσαν 
αίμα κι αστήθι και μυαλό 
κι ωραία μάς πονούσαν,  

ώσπου σαν αποκάμνανε, 
στου τοίχου την ασβέστη 
το ποίημα χαράζανε
και το "Ρυθμός ανέστη" ,     

σφαδαζουσών των περιττών
λέξεων δίπλα στη λάμπα,
δεν κάμαμε αποκτήματα 
κι εξοχικά και φράγκα,  

γράψαμε ολίγα π'ήματα    
να μη μας φάει η μαρμάγκα. 
ζητιάνοι-αυτοκράτορες 
σε μια ..σπιτοπαράγκα

μ' έναν διπλό πάντα καφέ 
 κι ολόγυρα βιβλία
μαύρα γαμήλια στέφανα 
κι αιώνια συνοδεία  

όχι από βίτσιο και τουπέ 
και ποιητική αδεία, 
μα από μια εσώτατη πληγή 
κατάρα κι ευλογία... 
ά.

Παρασκευή, 15 Δεκεμβρίου 2017

Οι τσιγγάνοι


...Περνούσε ο Μίμης διάβαινε ο μελαψός τσιγγάνος 
κορμί πλατάνι ξέστηθο στην Όστρια και στον ήλιο 
κι όλοι τον αποπαίρνανε κι όλοι τον περγελούσαν
μα ώσπου να στρίψει να διαβεί το σκοτεινό σοκάκι
όλοι ξοπίσω του σκυφτοί το Μίμη ακολουθούσαν
τσιγγάνοι όλοι απόμακρα απ' το έχος του ο καθένας
μακριά πολύ κι απ' τη ζωή που εχάνονταν κι εσβηούνταν
όλοι τσιγγάνοι επήγαιναν στα βήματα του Μίμη
τόσο καιρό πως ήτανε τσιγγάνοι δεν το νιώσαν'
κι ας πέρναγε κάθε πρωί ο Μίμης ο τσιγγάνος,
έπρεπε νά 'ρθει η αγύριστη η δωδεκάτη η ώρα
έπρεπε να σημάνουνε οι εφτά βραχνοί ζουρνάδες
οι ολόμαυροι που μια φορά λαλούν και τελευταία
στης μήτρας της μανούλας μας το σκοτεινό τσαντίρι
το ξέσκεπο στον άνεμο και στη βαριά τη μοίρα ,
περνούσε ο Μίμης διάβαινε ο μελαψός τσιγγάνος
ά. -  15 Δεκέμβρη του 2017

Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017

Σαν γκολ του Γιώργου Κούδα στην παράταση...


 Ένα πρωί θα σκάσει η επανάσταση 
σαν γκολ του Γιώργου Κούδα στην παράταση, 
θα τρέξει το αίμα της μπουρζουαζίας 
σαν ζούνταπ κόκκινο στην Κηφισίας,  

θα ορίσει η επανάσταση η αφέντρα
 μια νέα ανθοφορία ψηλά στα δέντρα :
στα πέταλα στους στήμονες στον ύπερο  
σύμπαν θ' ανθίζει ανθρώπινο καλύτερο. 
ά. - λεύτερη Πίνδος 

Ο άνθρωπος που έγινε σκύλος


...στη photo του Γιώργου Γεραλέξη:βλέμματα-ψυχές ολόιδια!.αυτός,με το μάτι τ' αλλού γι' αλλού(="αστόχαστο",παράταιρο στην εποχη τουτη),θα μπορούσε να 'ναι ο σκύλος...κι ο σκύλος, αυτός....κάποτε όλοι οι ανθρωποι θα νιώθουν ισάξιοι/ίδιοι με τα ζωα:παιδιά της ίδιας μάνας-γης....
...Ζήλευε των τετράποδων
το παστρικό το βλέμμα,
πέρναγε απ' τα χασάπικα
έσταζε ο κόσμος αίμα

σαν κατσικάκι βέλαζε
η μέσα του η πραότης,
ένα πρωί που εχιόνιζε
κι η πάλλευκη αθωότης
χίλιων βουνών εφώλιασε
στ' αλλού γι' αλλού του μάτι,
αντάμωσε μ' ένα σκυλί
εφτά χρονών και κάτι,
κι έτσι που συνωμότησε
τριγύρω τους το Σύμπαν,
αυτοί που νιώθουν είδανε
κι αυτοί που ξέρουν είπαν
πως χάμω εκείνος σούρθηκε
εγάβγισε κι εντύθη
του σκύλου τη λευκή προβιά ,
κι ο σκύλος στ' άσπρο αστήθι
το σκούρο του έντυσε μπουφάν
που 'γραφε απάνω SONY
τράβηξε και το φερμουάρ
ψηλά να μην κρυώνει,
κι άμα ανταλλάξαν τυπικά
σκυλιού κι ανθρώπου φάτσα
για να μην έχει πρόβλημα
κανείς στη νέα του πιάτσα,
ευγενικά χαιρέτησε
εκείνος μες στο χιόνι
το σκύλο με το φερμουάρ
και το μπουφάν το SONY
δίνοντας τ' άσπρο του δεξί
λερό πια χέρι ως φίλος,
κι από βαθιά αβρότητα
για να μη νιώσει ο σκύλος
κατώτερος, χαμήλωσε
τη νέα κεφαλή του
και δυο πήχες κοντότερος
στάθηκε απέναντί του,
φιλήθηκαν, μιλήσανε,
γαυγίσανε , χωρίσανε.
................................
Την άλλη μέρα, στη δουλειά,
τρόμαξε να τους πείσει,
πως είν' αυτός που ξέρανε,
θέσει, ράτσα και φύσει,
γάβγισε και λουλούδιασαν
οι τοίχοι στο γραφείο
και το γραφείο αρμένισε
σαν τσιμεντένιο πλοίο
στην Πίνδο με τα τρίκορφα
και με τους τσελιγκάδες
και μ' όλα της τα ζωντανά
που ζουν χωρίς χαλκάδες
-συμβάσεις, κέρατα, φλουριά-
ζωή γλυκιά σαν ψέμα.
Ζήλευε των τετράποδων
το παστρικό το βλέμμα...
ά. -10 Δεκέμβρη του 2017 - λεύτερη Πίνδος

Βωβούσα


 ...στη photo του Γιάννη Νικολού: Βωβούσα ή Μπαϊάσα, 5 τσιγάρα δρόμος απ' τα Γιάννενα, 10 απ' την Αθήνα(τώρα με την Ιονια οδό)...μα, να 'χεις και γερά ποδάρια να τραβήξεις μονάχος κατά τη Βάλια-Κάλντα μετά...
...Ιδού της Πίνδου ο ασφόδελος
Βωβούσα ή Μπαϊάσα
ένας στυλίτης στα βουνά
με κόκκινα-άσπρα ράσα 
πέρασε κι ήπιε μιαν αυγή
νερό στη Βάλια-Κάλντα
ζουρλάθηκε μαγεύτηκε
έμεινε εκεί για πάντα
χωριάτης απονήρευτος
ντελικανής κι αθώος
η Τραμουντάνα τον φυσά
τον ξεδιψά ο Αώος
στ' Αλέξη Μίσιου κάθεται
το πέτρινο γιοφύρι
καπνίζει φύλλα ερημιάς
και πίνει ξεροσφύρι
το χνώτο τ' αγριόγιδου
το ρόγχο της αρκούδας
την πορφυρένια ανασεμιά
της νυχτοπεταλούδας,
καμιά φορά τον ενοχλάν'
ευαίσθητοι οικολόγοι
"αφήστε με , τους απαντά,
κι όλα μού πάν' ρολόγι,
έχω καρδούλα πέτρινη
και παγωμένη ανάσα",
ιδού της Πίνδου ο ασφόδελος
Βωβούσα ή Μπαϊάσα.
ά. - 12 Δεκέμβρη του 2017 - λεύτερη Πίνδος

Το λεωφορείο το "9", στα Γιάννενα...



....στη photo του Γιάννη Νικολού:Γιάννενα...το χιόνι στο ρολόι στην Πλατεία...η ομορφιά που κάνει ως και τ' άψυχα(?) να υποφέρουν που δεν μπορούν να τη χαρούν όπως αυτά θα ήθελαν : το λεωφορείο το "εννιά, το αστικό για την ακρίβεια, που θέλει να γίνει ..υπεραστικό να ταξιδέψει μακριά να βγει ψηλά ν' αγναντεψει τον κόσμο...
... Χιόνι κι ωραία αταραξιά
απ' τ' ουρανού το θόλο,
το λεωφορείο το "εννιά"
γύρισε από το Μώλο

στέκεται αντίκρυ απ΄το ψηλό
το πέτρινο ρολόι
κι ένας βαρύς είκοσι οχτώ
χρόνων καημός το τρώει
που το δικάσαν' μια ζωή
να τριγυρνάει στο άστυ
μούχλα καπνιά μπετό γυαλί
σκόνη και μαύρη λάσπη
θέλει ν' ανέβει στα βουνά
να δει τον κόσμο όλο,
το λεωφορείο το "εννιά"
γύρισε από το Μώλο,
μπαίνει ο οδηγός με τον καφέ
και με τα πατσιαλίκια
ανάβει τ' άφιλτρο Sante
ρίχνει δυο μπινελίκια
και φτύνοντας το φθισικό
κίτρινο ρόχαλό του
τού σφάζει τον μεταλλικό
ωραίο ψυχισμό του
στα σκουριασμένα ρουλεμάν
βαθιά στις βαλβολίνες
στα λάστιχα και στο σασμάν
κάτω απ' τις λαμαρίνες,
μα κι αν πονάει ποιος το ρωτά
αν χρήζει θεραπείας
το λεωφορειο το "εννιά"
στη στάση της Πλατείας ;
ά. - 11 Δεκέμβρη του 2017 - λεύτερη Πίνδος

Σάββατο, 9 Δεκεμβρίου 2017

Γιάννενα . . .


...Γιάννενα παναπεί βροχή
βαλκάνιο μποστάνι
Τούρκοι Εβραίοι και χριστιανοί
χίλιων χρονών χαρμάνι
καφές γλυκός στο Κουρμανιό
με δώδεκα φουσκάλες
να στάζουν μέσα σου σωρό
μνήμες-γλυκές ψιχάλες
ώρα εβδόμη βραδινή
απ' το βαρύ ταβάνι,
Γιάννενα παναπεί βροχή
κρύο κι ογρό μποστάνι.
ά. - 9 Δεκέμβρη του 2017 - λεύτερη Πίνδος

Τρίτη, 5 Δεκεμβρίου 2017

Ο άγγελος της Καλούτσιανης



...1975...η οδός ΚΑ Φεβρουαρίου (21ης Φεβρουαρίου), στην παιδική μου συνοικία την Καλούτσιανη...πέτρα, τσιατμάδες και κεραμίδια, πριν την επέλαση του μπετόν αρμέ...κι άνθρωποι φτωχοί, αγνοί κι ωραίοι...κι όμορφα-αμαρτωλοί σαν πεπτωκότες άγγελοι....
..Εδώ λοιπόν στην πέτρινη
Κάπα-Άλφα Φεβρουαρίου,
κατέβαινε το χάραμα
ένας άγγελος Κυρίου

ψηλός μελαχρινός ωσάν
αθίγγανος αλήτης
κι ωσάν μονάχος κι έρημος
ανέστιος σπουργίτης,

στου Μπούση* το περίπτερο
αγόραζε Άσο σκέτο,
στο καφενείο του Καλατζή*
έπινε τον καφέ του ,
μετά στο Βράχο* έτρωγε
πατσά ψιλοκομμένο
κι ύστερα με το σώμα του
χορτάτο στυλωμένο
πήγαινε και ξεφόρτωνε
άλευρα στην Αβέρωφ**,
να βγάλει μεροκάματο,
κι ακόμα, απ' όσο ξέρω
ποτέ δεν έπιασε λεφτά
στα χέρια τα λεπτά του,
πλήρωνε τάζοντας γλυκούς
μελλοντικούς θανάτους
ατάραχους νυχτερινούς
χαράματα Σαββάτου
νά 'βγει η ψυχή στα ήσυχα
στον ύπνο μπαμ και κάτω,
και πληρωνόταν μ' έγχυση
χοντροκοπιάς εντός του,
ν' αντέχει ο ευάλωτος
εύθραυστος ψυχισμός του,
μια μέρα ήπιε στον Αστήρ*
τσίπουρο ξεροσφύρι
κι ύστερα αναλήφτηκε
απόξω απ' τον Πορφύρη*,
ανέβαινε, και στα στενά
κόβονταν οι ακακίες
κι εφύτρωναν  τριώροφα
και πολυκατοικίες,
ανέβαινε και πέθαιναν
τα τελευταία ντερβίσια
με τις ψυχές τις διάφανες
και τα κρυφά χασίσια,
ανέβαινε κι ανέβαινε
κι όσοι καταλαβαίναν'
χώμα και παστρικό παλιό
νερό μεταλαβαίναν' ,
-το χώμα τό 'φαε το μπετό
και το βαρύ τσιμέντο,
και το νερό το παστρικό
βάρεσε φαλιμέντο,
το δίνει ο Χήτος τρία ευρώ
τριάμισυ ο "Βίκος",
το δέρνει ο ήλιος ξέσκεπο,
πίνεις, σε τρώει ο λύκος-
ανέβαινε κι ανέβαινε
κι έβγαλε μια τζαμπούνα
κι ωσάν προφήτης λάλαγε
κι ωσάν γριά κουρούνα :
"σκούξε Χατζή τα Γιάννενα
Γκανά τους μιναρέδες
ετούτη η πόλη γιόμισε
νεόπλουτους τζουτζέδες" ,
κι ανέβαινε σαν τον καπνό
απ' του φτωχού τη σόμπα,
σαν ζούνταπ αγρασάριστο
στα Γιάννενα του '80
που τράβαε στον ανήφορο
απ' το Τζαμί στ' Αηδόνι***
κι εβρόνταγε η εξάτμιση
σαν τούρκικο κανόνι,
κι ανέβαινε κι ανέβαινε
και τού 'βγαινε η ψυχούλα,
κι από ψηλά τού εγνέφανε
ο Μήτρος**** κι η Τσιβούλα****,
κι ανέβαινε κι ανέβαινε...
ά. - 4 Δεκέμβρη του 2017 - λεύτερη Πϊνδος
*το περίπτερο του Μπούση, το καφενείο του Καλατζή, το εστιατόριον "Ο βράχος", το ζαχαροπλαστείον "Ο Αστήρ", το μαγαζί του Πορφύρη : περίπτερο, καφενείο, εστιατόριο, ζαχαροπλαστείο, μαγαζί, αντίστοιχα...πασίγνωστα Καλουτσιανά στέκια εκείνο τον καιρό, μαζί και με πολλά-πολλά άλλα ακόμη...
** η οδός Αβέρωφ, που εκείνα τα χρόνια είχε άλλη εντελώς όψη....
*** συνοικία πάνω ακριβώς απ' τη συνοικία της Καλούτσιανης
****εμβληματικές φυσιογνωμίες στα Γιάννενα, εκείνο τον καιρό....


Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017

Γωνία Σολωμού κι Αιακιδών




Γωνία Σολωμού κι Αιακιδών, 
εδιάβαινα κι εφύσαγε κι εχιόνιζε (ή Αύγουστο μήνα εφύσαγε και χιόνιζε ) 
κι αξούριστος αντάρτης πρηνηδόν (ή καθώς αντάρτης άγριος πρηνηδόν)
μαχαίρι μαύρο ο έρωτάς σου ακόνιζε

και μ' έκοβε στα πέντε και στα έξι, 
ώσπου να φύγει η νύχτα και να φέξει,

εκεί λοιπόν, στο έμπα του στενού
κάτω απ' το παραθύρι σου που εφώτιζε, 
γωνία  Αιακιδών και Σολωμού
που εδιάβαινα κι εφύσαγε κι εχιόνιζε (ή Αύγουστο μήνα που άστραφτε και χιόνιζε)

έμεινα ισοβίως μαρμαρωμένος, 
κι ας είμαι μακριά στεφανωμένος. 
ά.

Παρασκευή, 6 Οκτωβρίου 2017

Τα καμπαναριά με φώτα, δεν τα θέλει ούτ' ο Θεός...


...αν κάτι απ' όλη την ορθόδοξη χριστιανική λατρεία , εντελώς ανεξήγητα, μ' έθελγε από παιδάκι, ήταν οι παλιές μικρές εκκλησιές με τις κάτισχνες μορφές των αγίων, τα   επίσης ισχνά και χαμηλόθωρα κυρτωμένα γεροντάκια στην Αγια-Παρασκευη στο χωριό,με τις τραγιάσκες στη μασχάλη, οι βυζαντινοί ύμνοι που τους ξαναηύρα αυτούσιους αργότερα στο Θεοδωράκη,στον Τσιτσάνη, στον Καλδάρα κ.λ , και κυρίως η επιβεβλημένη στις εκκλησιές σιωπή, με το λιγοστό φως απ' τα χρωματισμένα παράθυρα...η αποθέωση του λιτού εν ολίγοις....σήμερα, οι επιτροποι στις εκκλησιές, φωτίζουν ως και τα καμπαναριά,σαν  σπίτια  νεόπλουτων ....όπως το καμπαναριό της Αγια-Μαρίνας (φωτογραφία) την εκκλησιά της κατ' εξοχήν λαϊκής συνοικίας των Γιαννίνων, που διακόσια και βάλε χρόνια λούζονταν τις νύχτες στο γλυκό λιγοστό φως του φεγγαριού, για να 'ρθουν σήμερα οι επίτροποι της εκκλησιάς να το γιομίσουν φώτα και προβολείς, σαν ταμπέλα  μαγαζιού της παραλιακής στην Αθήνα...το εντελώς αντίθετο της Παπαδιαμαντικής προσέγγισης στην ορθόδοξη πίστη/λατρεία...

   Τα καμπαναριά με φώτα, 
δεν τα θέλει ούτ' ο Θεός, 
συγχυσμένοι οι Άγιοι φεύγουν
και τους ψάχνει ο πιστός  

στο σκοτάδι στα σοκάκια
σαν αλήτες στα παγκάκια : 

"-Άγιε , γύρνα!" "-Δε γυρνάω!" 
"-Μπες ξανά στην εκκλησιά 
να 'ρχομαι να προσκυνάω  
με λαμπάδα με κεριά, 

να γιομίζω το παγκάρι 
με το μεροκάματο ,
 να μη σκιάζομαι αρρώστια
κόλαση και θάνατο." 

"-Δε γυρνάω, πού να γείρω, 
ησυχία πού να βρω, 
οι επίτροποι γιομίσαν'
φώτα το καμπαναριό , 

πάει κι η μελατονίνη 
πάει ο ύπνος ο καλός, 
Νοσφεράτου έχω γίνει.
Δεν γυρίζω,οριστικώς !" 
..................................
Κι έτσι χαίρεται κι ο άγιος
 ύπνο αδιατάραχτο, 
κι ο πιστός δεν ακουμπάει
μισό μεροκάματο 

στο παγκάρι. Μαύρο δάκρυ 
χύνουν οι επίτροποι. 
Στο ψαλτήρι ορθοί στην άκρη  
έρημοι κι αμφίρροποι 

τελαλίζουν οι ψαλτάδες 
τεριρέμια και χαβάδες 

"άγιος ο Θεός ο ένας 
άγιος μέγας κι ισχυρός".
Τα καμπαναριά με φώτα,
δεν τα θέλει ούτε ο Θεός. 
ά.